Home / THINKDROPS / EDITORIAL / Βρέχει στη φτωχογειτονιά

Βρέχει στη φτωχογειτονιά

Να φοβάστε τα χειρότερα για τον καιρό, πάντα. Ευχή και κατάρα σας δίνω, για να μην πάθετε αυτά που παθαίνω εγώ.

2

[Σημ.: Το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα πριν από τον κατακλυσμό του Νώε που μας έπληξε την περασμένη Παρασκευή. Γι’ αυτή τη μέρα της Αποκάλυψης, που με βρήκε και πάλι στο δρόμο, ίσως γράψω άλλη στιγμή]

Συννεφιασμένο πρωινό, ξετρυπώνω από το σπίτι μου στο Κερατσίνι για να κάνω την καθημερινή μετεωρολογική μου πρόβλεψη (=εξυπνάκιας). Μετά από επισταμένη και λεπτομερή ανάγνωση των ουρανών για έξι δευτερόλεπτα, αποφασίζω και διατάσσω ότι δεν πρόκειται να ρίξει ούτε σταγόνα και θα βγει κι ο ήλιος αργότερα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δε θα φορέσω αδιάβροχο για να οδηγήσω το μηχανάκι μου ως το νοσοκομείο Μεταξά, όπου έχω να κάνω κάποιες τυπικές εξετάσεις. Και θα φορέσω και τα αγαπημένα μου σταράκια.

Φτάνοντας στο ύψος του λιμανιού, πλιτς πλιτς πλιτς οι πρώτες σταγόνες σκάνε θριαμβευτικά στο κράνος, στο μπουφάν, στο τζιν, στα σταράκια. Ανοίγω γκάζι μπας και φτάσω προτού ρίξει καρεκλοπόδαρα ενώ μπροστά από τα μάτια μου περνούν τρομακτικές σκηνές από το μακρινό παρελθόν μου, όπως τότε που γύρισα σπίτι με τριάντα λίτρα νερό στα ρούχα και με έβαλε η μάνα μου να ξεντυθώ μέσα στην μπανιέρα για να μην πλημμυρίσω το σπίτι.

Σα να μην έφτανε το λούσιμο, μόλις στρίβω στην Ηρώων Πολυτεχνείου ακούω τα πρώτα «τουκ τουκ τουκ» στο κεφάλι μου. Το χαλάζι κρατάει 3-4 λεπτά –αλλά μπορεί να ήταν και αιώνες– και κάνει τα μπούτια μου να τσούζουν, ενώ φαντάζομαι ότι δέχομαι πυρά οργισμένων σχιστομάτηδων στο πλευρό του Τζον Ράμπο. Κακό αυτό, γιατί στις ταινίες του μόνο ο ίδιος μένει ζωντανός, κάτι που με κάνει να πανικοβληθώ ακόμα περισσότερο και να γκαζώσω, με κίνδυνο να παρασύρω μια γριά που περπατάει με την ομπρελίτσα της ατάραχη και στεγνή (εξωτερικά τουλάχιστον, δεν ξέρω πώς τα πηγαίνει με την ακράτεια) στο παζάρι της οδού Σαχτούρη.

Να μη μακρυγορώ, η χαζομάρα μου με έφτασε στο νοσοκομείο πέντε κιλά βαρύτερο και πεντακόσιες βρισιές ελαφρύτερο. Μια νοσοκόμα με ρώτησε αν εγώ ήμουν που έσωσα τον παππού που πνιγόταν στη θάλασσα. Δεν κατάλαβα για ποιο πράγμα μιλούσε, την προσπέρασα μουρμουρίζοντας, στράγγιξα τα μαλλιά μου σε μια γλάστρα και βρήκα τη γιατρό μου. Της παρέδωσα το ημιθανές καταβρεγμένο βιβλιάριο υγείας με σταθερότητα που θα ζήλευε και ο Γιακούμπ ενώ παρατήρησα ότι επάνω του είχε κολλήσει μισολιωμένο και το χαρτί με τα ψώνια που θα έκανα αργότερα. «Ωπ συγνώμη, οι μπανάνες είναι δικές μου». Γέλασα σαν ηλίθιος. Εκείνη όχι (δεν έχει twitter μάλλον).

Το ξαναλέω: να φοβάστε τα χειρότερα. Βλέπεις ήλιο; Πάρε ομπρέλα. Θα με θυμηθείς.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

Ένα αντίο στον Μηνά

Κάθε φορά που σιγοτραγουδάμε το “Αναστασία” είτε αυθόρμητα είτε για να κάνουμε πλάκα σε κάποιον δικό μας, δεν θυμόμαστε πως ...