Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / “Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων” του Γιάννη Ξανθούλη

“Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων” του Γιάννη Ξανθούλη

Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβωνΟ Γιάννης Ξανθούλης επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη που αγαπά και μας ξεναγεί σε μια πόλη μυστηριακή.

Η Πόλη ”αλλιώς”. Όπως την ένιωσα περπατώντας επίμονα στα σοκάκια της, στις καινούργιες λεωφόρους, στους μπαχτσέδες και στις όχθες του Κεράτιου και του Βοσπόρου. Ψελλίζοντας τα τούρκικα με λάθη, που με παρασέρνουν σε περιπέτειες, φανερώνοντας την ασέβεια της ευσεβούς φήμης της, την ανάγκη της σιωπής μες στο πολύχρωμο και πολύβουο παρόν της, τη νοσταλγία των αληθινών της φόβων που οργάνωσαν το μεγαλείο της.

“Σε αυτή τη νέα έκδοση-εκδοχή περιλαμβάνεται το αρχικό κείμενο της Κωνσταντινούπολης – Των ασεβών μου φόβων, αλλά και η συνέχειά του. Δηλαδή οι περιπλανήσεις και οι εμπειρίες μετά το 2008, σε αυτή την πόλη που με φορτίζει σταθερά με ανίατη νοσταλγία. ”
Γ.Ξ.

Κριτικές…

«Το πρώτο μέρος και η συνέχειά του» υπογραμμίζει με μικρότερα γράμματα στον τίτλο για ένα βιβλίο-ταξίδι που κρατά όσο και η ζωή του, ένας απίστευτος πραγματικά Γιάννης Ξανθούλης, ποιητής, συγγραφέας. Το γιατί η Πόλη βασικό, βεβαίως, ερώτημα: «Γιατί όλα αυτά;» με διέκοψε. «Αναρωτήθηκες ποιος “γκαρίπ”, παράξενος άνεμος, σε έσπρωξε να χωθείς μέσα σε μουσικές, σε δρόμους, σε ρήματα της γλώσσας μας και σε διαδρομές ανάρμοστες για έναν… Δυτικό;»
«Φοβάμαι ότι κάποιοι Ανατολίτες εαυτοί μου βόσκουν αδέσποτοι στην Πόλη. Δεν υπάρχει “γιατί”. Γιατί έτσι. Γιατί μου αρέσει η θανατίλα που σέρνεται παντού με το πρόσχημα του προσωρινού», είπα. Και έγραψε.
Εν τω μεταξύ, στα σπλάχνα του παιδιόθεν μια μικρή χρυσή βυζαντινή ψηφίδα. Την έφεραν οι προπάτορες μαζί με τη ζωή τους απ’ την Αδριανούπολη στην Αλεξανδρούπολη, την κατάπιε ο εγγονός τους μπρος στα έκπληκτα μάτια της μητρός του και της αγαπημένης γιαγιάς Χριστίνας (έχω παρατηρήσει ότι διαθέτουν μιαν άλλη ευαισθησία, αλλιώτικη, όσα παιδιά μεγάλωσαν και αγάπησαν τόσο πολύ τις γιαγιάδες, ως γνώστης επί του θέματος η παρένθεση). Αυτή η ψηφίδα θα είναι και η άκρη του νήματος, θα την ξεβράσει (ξεράσει) σε εκείνον τον αλλόκοτο βωμό και θα την καταπιεί ταυτοχρόνως με τη… θυσία. Θα του τη χαρίσει μετά την πρώτη εκδοχή του βιβλίου η Μαρίνα Καραγάτση με την απίστευτα ευφυή ευχή «καλοφάγωτη», θα τον φωτίζει για μια ζωή και θα τον καταδιώκει, θα τον ξαναγυρίζει ενδεχομένως για να βρει ό,τι ποτέ του δεν ξέχασε, ξανά και ξανά σ’ αυτήν εδώ την Πόλη. Αυτοαναφορικά πάντα, ποιητικά και σπαρακτικά, προσωπικά και αυτοσαρκαστικά, με ανοιγμένα όλα τα μάτια για να μπορεί να τη βλέπει μέσα απ’ την Ιστορία της, τους μύθους της και τους θρύλους. Απ’ τα καφέ και τα χαμάμ, από τα βιβλιοπωλεία και τα μουσεία, από τις γέφυρες και τα ξενοδοχεία, από τους κήπους και τα παλιά ανάκτορα, από τους καθρέφτες, τα παράθυρα και τα όνειρα, από την ευρωπαϊκή και την ασιατική της πλευρά, από τους ζώντες και από τα φαντάσματά της.
Η πρώτη αναμέτρηση με την Πόλη (μέσα από αλλεπάλληλα ταξίδια) φάνηκε να έληξε τον Σεπτέμβριο του 2008. Αλλά το φθινόπωρο του 2012 ο Γιάννης Ξανθούλης ξεκίνησε να κάνει ξανά σχέδια επί χάρτου, «σε περίπτωση που θα ξαναεκδιδόταν η Κωνσταντινούπολη – Των ασεβών μου φόβων με επιπλέον κεφάλαια», κι έτσι «ως το καλοκαίρι του 2013, που οριστικοποίησα τις αποφάσεις μου μαζί με τις Εκδόσεις Διόπτρα» –μας πληροφορεί– «είχα ήδη ζωγραφίσει με μολύβια, μελάνια και τέμπερες πάνω από πενήντα έργα που προτιμώ να τα λέω ζωγραφιές ή έργα στιγμών αμηχανίας και απελπισίας. Με συναισθηματικό ερασιτεχνισμό, σιγά σιγά, έφτασα και στο θέμα που με απασχολούσε: την Πόλη. Μόνο που, στην περίπτωση αυτή, οι ζωγραφιές αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του θυμικού και της αντοχής να μπω σε μια διαδικασία επιστροφής σε ένα βιβλίο πολυδιαβασμένο, αν και αυτοαναφορικό. Και όντως με βοήθησαν στο γράψιμο».
Έτσι γράφει και ζωγραφίζει υπέροχα: την Κωνσταντινούπολη των ασεβών φόβων του με έντονα και ολοζώντανα χρώματα, με λεπτομέρειες που μεγαλώνοντας γίνονται, τελικά, το κύριο θέμα. Στις σελίδες, ο Ναντίμ, ο Σελίμ, η Αλέβ και ο δόκτωρ Φεχράν, η Φεριντέ Ζιγιά και η κυρία Αλεξάνδρα ή θεία Κουκουνάρα, ο κυρ Δυόσμος κι ο Σουλεημάν ο μεγαλοπρεπής μπαινοβγαίνουν μαζί του στον χρόνο. Ανάμεσά τους «Ο θείος Τάκης» και «Ο Τούρκος στον κήπο», σουλτάνοι κι αρχόντισσες, κοριτσάκια που πνίγονται, μελλοντολόγοι, περαστικοί συγγραφείς, άνθρωποι κάθε φυλής κι εθνικότητας, γάτες, γεύσεις κι αρώματα, καλλιτέχνες, αμανέδες και θρύλοι. Εξάλλου «Ο χρόνος στην Κωνσταντινούπολη διαστέλλεται, χάνει τη βαρύτητά του, τα σύννεφα κι ο ουρανός αγκυλώνονται στις μύτες των μιναρέδων στάζοντας την ξεχωριστή υγρασία της Ιστορίας. Δεν έχει σημασία πόσο ενημερωμένος είσαι. Η υγρασία θα σε διαπεράσει με την τεχνική του ονείρου, θες δεν θες». Μαζί μ’ αυτό και κάτι αλλόκοτα αιώνιο, από τα ιερά σφαγεία ως τα χαμάμ, κι από τα βιβλιοπωλεία ως έναν απίστευτο παγωμένο κήπο ντάλα καλοκαίρι, να μας υπενθυμίζει ότι «Ό,τι και να πούμε, ο άνθρωπος θέλησε να παρηγορήσει το χάος με τη θρησκεία, να κρύψει την άβυσσο με μια επινοημένη νομοτέλεια […] Όλη η ζωή, ακόμα και των αθρήσκων, αρέσκεται να ακουμπά σε κάποια αγκωνάρια ψευδαίσθησης».
Ένα ταξιδιωτικό βιβλίο που αποτελεί και μια αλλόκοτη μορφή αυτοβιογραφίας ταυτοχρόνως, αλλά και μια ιστορία υπερβατική και μεταφυσική, μυστηρίου: «Αυτός ο… φλατζί τα ξέρει όλα. Θα σου πει ώρα και ημερομηνία θανάτου, αν δεν φοβάσαι. Δεν χρειάζεται να τον πιστέψεις. Δεν τον νοιάζει. Του αρκεί να νιώσει την έκπληξή σου απ’ το θράσος του». Θα του δοθεί η ευκαιρία (πράγματι;) μαζί και με τη μεγάλη ευκαιρία-ερώτηση: «Τι θέλεις να τα ξαναζήσεις;» Και ο συγγραφέας «Μίλησε μνήμη» κυριολεκτικά, θα ξαναζήσει: «Όλα πια μετατρέπονταν σε μια ζωντανή γιγάντια οθόνη με θερμοκρασίες, μυρωδιές και ήχους, όλα τέλεια εναρμονισμένα, όπως έγιναν, όπως υπήρξαν, όπως τα έζησα με τις χαρές, τις μεγάλες μου ήττες, τα πρόσωπα να συντρέχουν, τα αισθήματα να γίνονται σκιές, να σβήνουν και να επανέρχονται μέσα από τύψεις για όσα δεν είπαμε, δεν εκφράσαμε, δεν παλέψαμε να κατοχυρώσουμε σε σταθερές αναμνήσεις». Νεκροί κι απόντες εξοστρακισμένοι από λιπαρά σώματα χρόνου, στιγμές-σπαράγματα πολυτελών ψηφιδωτών που ρήμαξαν, θρήνοι και γέλια –αχ! πώς γελούσα κάποτε και πόσο ακριβοπλήρωσα τη γελαστική άμυνά μου–, σφάλματα και μαθηματικές μηδαμινές φοβίες μπροστά στην αδυναμία να εμπιστεύομαι την αγάπη μόνο αν την επικύρωνε ο έρωτας με μια πολύ ιδιωτική διθυραμβική ταπείνωση, τόση ασέβεια στην αλήθεια κι ας ήμουν ο πιο κυνικός οπαδός της στα άδεια νυχτερινά γήπεδα της καρδιάς μου».
Θα ξανακούσει τελευταία φορά στο ασανσέρ τη φωνή της μητέρας: «Άραγε θα ξανανταμώσουμε, Γιαννάκη;» Και, φυσικά, εκείνο το χαρτάκι με όλα τα μελλούμενα θα το σκίσει. Εκείνο που θα αφήσει είναι ένα βιβλίο σα μαγική εικόνα, το καλύτερο, τελικά, του Γιάννη Ξανθούλη.

Γκίκα Ελένη, diastixo.gr

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα…

Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη, στον Έβρο, από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Γιάννης ΞανθούληςΣπούδασε δημοσιογραφία και σχέδιο. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνο. Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο. Έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Μερικά απ’ αυτά: “Μέσα στο νερό δασκάλα”, “Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο”, “Ο μάγος με τα χρώματα”, “Τύμπανο, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα”, “Μια τρελή τρελή πολυκατοικία”. Σατυρικά κείμενα και θεατρικά έργα του – περισσότερα από τριάντα – παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με την επιθεωρησιογραφία. Το 1981 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, “Ο μεγάλος θανατικός”, και ακολούθησαν: “Οικογένεια μπες-βγες”, 1982, “Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα”, 1984, “Ο Σόουμαν δε θα ‘ρθει απόψε”, 1985, “Το πεθαμένο λικέρ”, 1987, “Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας”, 1989, “Το ρόζ που δεν ξέχασα”, 1991, “Η εποχή των καφέδων”, 1992, “Η Δευτέρα των αθώων”, 1994, “Το τρένο με τις φράουλες, 1996, “…Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες”, 1998, “Ο Τούρκος στον κήπο”, 2001, “Το τανγκό των Χριστουγέννων”, 2003, “Ο θείος Τάκης”, 2005, “Του φιδιού το γάλα”, 2007, “Κωνσταντινούπολη – των ασεβών μου φόβων” (2008), “Δεσποινίς Πελαγία” (2010) και “Ο γιος του δάσκαλου”, 2012. Βιβλία του έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, ολλανδικά, ιαπωνικά, δανέζικα, και σε άλλες γλώσσες. Επίσης έχει εκδώσει το αυτοβιογραφικό του αφήγημα “Στην κουζίνα των φαντασμάτων” (από τη σειρά: “Η κουζίνα του συγγραφέα” των εκδόσεων Πατάκη), καθώς και μια ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων με θέμα την Κωνσταντινούπολη (“Κωνταντινούπολη: Μια πόλη στη λογοτεχνία”, Μεταίχμιο, 2004). Ζει στην Αθήνα και είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.

 

Rate this post

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

Πέθανε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

Πέθανε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

Άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 89 ετών, ο σπουδαίος ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και ...