Home / THINKDROPS / EDITORIAL / ΤΡΑΒΑ ΚΑΖΑΝΑΚΙ / Πώς να (μη) σκοτώσεις μια κατσαρίδα
Πώς να μη σκοτώσεις μια κατσαρίδα

Πώς να (μη) σκοτώσεις μια κατσαρίδα

Το ακόλουθο περιστατικό είναι πέρα ως πέρα αληθινό. Συνέβη τον Αύγουστο του 2014 και με έκανε να μισήσω ακόμα περισσότερο αυτά τα σιχαμερά και εκνευριστικά όντα που λέγονται κατσαρίδες. Μετά από αρκετές (2) παρακλήσεις να συγκεντρώσω τα tweets στα οποία αφηγήθηκα την ιστορία, σε ένα βιβλίο (όχι), αποφάσισα πως θα ήταν πιο συνετό να τα σουλουπώσω και να τα συνενώσω σε ένα άρθρο. Ναι, σε αυτό.

(19 Αυγούστου 2014, 00:18)

Μόλις επέστρεψα από μάχη. Λοιπόν, παιδιά, ακούστε τι έγινε το τελευταίο τέταρτο. Στρίψτε μου κι ένα τσιγάρο εν τω μεταξύ.

Ετοίμασα κάτι πρόχειρο κι έκατσα στο τραπέζι να φάω (δηλαδή όχι στο τραπέζι, στην καρέκλα, αλλά το καταλάβατε), όταν ξαφνικά στην 7η μπουκιά – τα-τάααν! Κατσαρίδα. Ναι. Αν έχετε θέμα με τις κατσαρίδες, μη διαβάσετε παρακάτω.

Τέλος πάντων, συνεχίζω. Η άτιμη λογικά είχε ξεμείνει στο σπίτι από εκείνη τη μέρα που έφυγα για διακοπές και μάλιστα είμαι σίγουρος πως είχε μπει από το μπαλκόνι. Διαρρήκτης, δηλαδή. Ήμουν με έναν φίλο στο σπίτι εκείνη τη μέρα και μου ήθελε μπαλκονάτη φραπεδιά – ε να, αυτά θα μας καταστρέψουν. Πρόλαβα και την είδα να τρέχει δαιμονισμένα, την ώρα που έσερνα τα μπαγκάζια μου στο σαλόνι περιχαρής που άφηνα το αθηναϊκό καμίνι για ξένοιαστες παραλίες. Την έψαξα λίγο, δεν τη βρήκα, βιαζόμουν να φύγω κιόλας, οπότε την κοπάνησα ψεκάζοντας παντού κι ελπίζοντας ότι θα ψοφήσει.

Γύρισα εψές αργά το δειλινό. Δεν μπορώ να πω ότι μου έλειψε η Αθήνα, ούτε το σπίτι μου. Θυμήθηκα ότι είχε ξεμείνει ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης, αλλά ψάχνοντας λίγο δεν τον είδα πουθενά. Κι είπα πως θα ψόφησε. Αμ δε.

Την είδα που χώθηκε ξαφνικά κάτω από τον καναπέ. Διατήρησα την ψυχραιμία μου πετώντας πιάτα και πιρούνια ως το ταβάνι. Μετά άρπαξα το αντικατσαριδοτέτοιο από το ντουλάπι και πήδηξα επάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού με τις παντόφλες και από εκεί στον καναπέ. Ψέκασα ΠΑΝΤΟΥ: κάτω από τον καναπέ, από πίσω, από μπροστά, από τα πλαϊνά. Τίποτα. Ησυχία. «Μαλάκα μου», λέω, «θα μας κάνει καμιά πλάκα και θα έχει σκαρφαλώσει τώρα σε καμιά μπλούζα μας και θα πεθάνουμε άδοξα στα 18 μας. Καλά, 24. Εντάξει, 30. 31».

Τέλος πάντων, αποφασίζω να πετάξω ως την καρέκλα και να σκύψω να τραβήξω τον καναπέ. Τίποτα. (Εδώ οι πιο παρατηρητικοί θα δουν ότι γίνεται αλλαγή του χρόνου περιγραφής σε Ενεστώτα, για μεγαλύτερο σασπένς. Μπράβο παιδιά.) Τραβάω κι άλλο. Άφαντη. «Τη βάψαμε, μάτι δε θα κλείσουμε το βράδυ», σκέφτομαι. Ξαναπετάω επάνω στο τραπέζι, τραβάω τον καναπέ από την άλλη. Ξαναψεκάζω. Περιμένω. Τίποτα, άφαντη.

Ξαφνικά σκάει μύτη η σκ@#%α-κα@#%*λα-γ@#%ένη (συγγνώμη αλλά έχω αναστατωθεί, εν τω μεταξύ περιμένω ακόμα να μου στρίψετε τσιγάρο) και πάει να την κοπανήσει, τρέχοντας περίπου διακόσιες σαράντα έξι φορές πιο γρήγορα από εκείνο το πτηνό των καρτούν που κανείς δεν ξέρει το όνομά του, αλλά είναι ευρέως γνωστό με την περιγραφική ονομασία μπιπ-μπιπ. Πουλάκι μου! Την προφταίνω προτού χωθεί κάτω από ένα κομοδίνο και την ψεκάζω μες στα μούτρα. Αυτή, παρόλα αυτά, συνεχίζει ακάθεκτη. Σα να μην υπήρξαμε ποτέ στη ζωή της, ούτε εγώ ούτε το Αροξόλ. Την ακολουθώ ψεκάζοντας. Τόσο ψέκασμα ούτε στη φαντασία των συνωμοσιολόγων. Τέλος πάντων, σε κάποια φάση αρχίζει να τα φτύνει επιτέλους, μέχρι που γυρνάει τ’ ανάσκελα, οπότε διπλώνω ένα χαρτί κουζίνας από πάνω της και την πατάω ανελέητα. ΨΟΦΑ. DIEEEEEEE, ουρλιάζω σαν μπλακμεταλλάς σε έκσταση.

Κουνάω το χαρτί για να βεβαιωθώ ότι είναι ψόφια. Πάει επιτ– ΟΧΙ ΡΕ ΜΑΛ#ΚΑ, ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ. Πάει να ξαναγυρίσει, την ξαναπατάω. Αυτό ήταν. Τετέλεσται. Ουστ. Πιάνω τη σκούπα να την ξαποστείλω στα σκουπίδια. Έλα εδώ κουκλίτσ– ωχ, κουνιέται ακόμα!!! Π Α Ν Ι Κ Ο Σ. Της δίνω μια με τη σκούπα τόσο αγριεμένα, που κοντεύω να σπάσω το πλακάκι (και άντε μετά να πείσεις τον ιδιοκτήτη ότι έφταιγε μια κατσαρίδα). Επιτέλους πάπαλα… νομίζεις! Κουνάει ακόμα τα πόδια της.

Σωματικά αποδυναμωμένος από τα άλματα θανάτου στο σαλόνι και ηθικά καταρρακωμένος, αποφασίζω ότι απλά δεν είναι γραφτό να τη σκοτώσω και ανοίγω την εξώπορτα, της δίνω μια και τη σουτάρω έξω, στις σκάλες της πολυκατοικίας.

Δεν ξέρω αν επιβίωσε ακόμα και μετά το βολέ, αλλά δεν έχω σκοπό να το ανακαλύψω. Το πρωί λέω να κατέβω από το μπαλκόνι για να πάω στη δουλειά.

Κι αν νομίζεις ότι τα βάσανα τελείωσαν εδώ, μάθε τη συνέχεια.

Αφού είχα κάνει μια αηδία το πάτωμα με τα 459 λίτρα Αροξόλ, άρχισα να σφουγγαρίζω, μουρμουρίζοντας ακατάληπτες βρισιές και κατάρες. Σφουγγαρίζω από εδώ, σφουγγαρίζω από εκεί, κάνω μια έτσι κάπως άτσαλα, σκοντάφτω επάνω στον κουβά, Μεσόγειος το σαλόνι. Συγκρατώ ένα ΜΑΛΑΚΑΔΕΓΙΝΕΤΑΙΑΥΤΟΠΟΥΖΩΑΠΟΨΕ που πάει να βγει από τα χείλη μου και αρχίζω να σφουγγαρίζω τα νερά τρέμοντας από τα νεύρα.

Να μην το ζήσετε…

 

Βαθμολόγησέ το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

Μπάι μπάι σάμερ

Φεύγει το καλοκαίριιι… Πάει, αυτό ήταν. Καπούτ. Πάπαλα. Δι εντ. Μην κλαις χαζούλι μου, έλα, τσώπα τσώπα, έχει κι άλλα ...