Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / “Πνεύματα” του Μάνου Τσεμπερλή
"Πνεύματα" του Μάνου Τσεμπερλή

“Πνεύματα” του Μάνου Τσεμπερλή

Το κορίτσι έτρεχε μόνο του μέσα στο δάσος, όπου επικρατούσαν τα πιο σκληρά σκοτάδια του κόσμου. Έτρεχε να γλιτώσει από όλα, έτρεχε γιατί έψαχνε ένα μονοπάτι μακριά από τη μοναξιά της. Οι ήχοι της νύχτας, οι γρύλοι, το τρίξιμο των κορμών, οι κουκουβάγιες με τα φανταχτερά γουρλωτά μάτια, η σιωπή και και οι ανυπόφορες σκιές που αχνοφαίνονταν στο σκοτάδι την έσπρωχναν όλο και πιο μέσα στο δάσος, αλλά δεν την ένοιαζε. Δεν είχε πού να πάει, δεν της είχε απομείνει τίποτα στον κόσμο και αυτό το δάσος ήταν το τελευταίο καταφύγιο.

Η βραδιά φάνταζε ατελείωτη και μόλις ξεκινούσε να βρέχει. Αυτή είχε καθήσει κάτω από ένα πανύψηλο δέντρο και περίμενε. Δεν ήξερε τι περίμενε, αλλά η καρδιά της της φώναζε να περιμένει, εκεί, στη μέση του δάσους· και εκείνη δεν μπορούσε να αντισταθεί. Υπάκουγε στις προσταγές της καρδιάς, έρμαιο μιας μοίρας που δεν τη γνώριζε.

Ήταν φοβισμένη, αλλά δεν την ένοιαζε. Είχε γίνει μούσκεμα, με τα ρούχα της να έχουν πετρώσει πάνω της, τα όνειρα να ταξιδεύουν κάπου μακριά, τα μαλλιά της μούσκεμα, και μια περονιασμένη ψυχή. Αλλά εκεί, η καρδιά της επέμενε να παραμείνει στο δάσος.

Και ήταν τόσο δυνατή η προσταγή που δεν μπορούσε να αρνηθεί· και όταν πλέον έπαψε να αντέχει, να υπομένει, ξέσπασε σε δάκρυα. Μα τα δάκρυά της, που μέσα στη μέση του σκοτεινού δάσους ήταν το μόνο κόσμημα που φορούσε η ψυχή της, έλαμψαν για κλάσματα του δευτερολέπτου και ξύπνησαν τα μικρά πνεύματα του δάσους. Και τότε σηκώθηκε κρύο αεράκι και μια τρομερή βουή μέσα από τη γη. Τα φύλλα των δέντρων άρχισαν να θροΐζουν και ένιωσε πιο τρομαγμένη από ποτέ, αλλά η καρδιά της πρόσταζε να μείνει εκεί, ακόμα και αν ήταν απόλυτως μόνη της. Άλλωστε, το φόβο τον είχε γνωρίσει χρόνια πριν και ήθελε πλέον να τον παραμερίσει. Αγκιστρώθηκε λοιπόν στην καρδιά της, υπάκουσε και παρέμεινε στο δάσος.

Συνέχισε να κλαίει, γιατί ό,τι και να έκανε δεν μπορούσε να γλιτώσει από τη μοναξιά της, γιατί τα σκοτάδια της ψυχής της ήταν το ίδιο παγερά και απόμακρα σαν του άγριου δάσους. Μα όσο έκλαιγε και ξέσπαγε εκεί, μόνη της μέσα στο έρημο δάσος, όλο και ξυπνούσαν περισσότερα πνεύματα που αργά αργά έκαναν την εμφάνιση τους. Ήθελαν να δουν σε ποιον άνηκαν αυτά τα μικρά σμαραγδένια δάκρυα που –έστω για κλάσματα του δευτερολέπτου– είχαν καταφέρει να διαπεράσουν το σκοτάδι του δάσους.

Όταν η κοπέλα ξέσπασε για τα καλά και σταμάτησε να κλαίει, άνοιξε τα μάτια της βλέποντας παντού γύρω της να πετούν μικρά πλάσματα σαν πυγολαμπίδες. Της κόπηκε η ανάσα από την ομορφιά και το μεγαλείο. Ήταν τόσες πολλές και τόσο λαμπερές, που είχε φωτιστεί κάθε σπιθαμή του δάσους. Και εκείνες άρχισαν να της χαϊδεύουν τα μαλλιά, που από το άγγιγμα έλαμπαν σαν χρυσάφι.

Και έτσι ο πόνος έγινε έκπληξη, και η μοναξιά θαυμασμός για τα πνεύματα του δάσους που ήταν μπροστά της. Και κάποια στιγμή, ένα μικρό πνεύμα, μια πυγολαμπίδα, τη ρώτησε:

– Από πού βγήκαν αυτά τα όμορφα δάκρυα;
– Από την καρδιά μου, απάντησε εκείνη.
– Και τι σε έφερε εδώ; ρώτησε πάλι.
– Η καρδιά μου, απάντησε, και το πνεύμα του δάσους χαμογέλασε.

Τότε η κοπέλα το κατάλαβε, πως ακόμα και στα πιο σκληρά και βαθιά σκοτάδια υπάρχει φως, η καρδιά μας.

Και από τότε, λέει ο μύθος πως από αυτό το δάσος κάθε βράδυ πετάνε ακόμα και στα πιο σκληρά σκοτάδια μικρές πυγολαμπίδες σε όλο τον κόσμο, για να θυμίζουν στους ανθρώπους πως δεν είναι μόνοι.

Μάνος Τσεμπερλής

“Πνεύματα” του Μάνου Τσεμπερλή
5 (100%) 1 vote

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

"Το μυστικό" του Μάνου Τσεμπερλή

“Το μυστικό” του Μάνου Τσεμπερλή

Η Μαρία όταν γνώρισε τον Γιώργο φορούσε μόνο το μαγιό της και ένα παρεό. Ήταν ένα αυγουστιάτικο καλοκαίρι και ο ...