Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Οδός Lepsious» του Μάνου Τσεμπερλή

«Οδός Lepsious» του Μάνου Τσεμπερλή

«Οδός Lepsious» του Μάνου Τσεμπερλή

«Ονομάζομαι Άλεκος Σ. και είμαι αυτοεξόριστος που τυγχάνει να έχω ζήσει και επισκεφθεί όλη την Ευρώπη – με μια λέξη, κοσμογυρισμένος. Αν και το πολύ πολύ να κουβαλώ περί τα τριάντα έτη στις πλάτες μου, έχω μία έμφυτη κλίση για τη μελέτη και αγάπη για τον ελληνικό πολιτισμό, μάλλον λόγω της καταγωγής μου. Βλέπετε, είμαι Έλληνας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο εξωτερικό. Μέχρι την τωρινή μου ηλικία έχω ζήσει στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βερολίνο, την Κωνσταντινούπολη, το Όσλο και καμιά ακόμη δεκαριά ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά το διαβατήριό μου αναγράφει αγγλική υπηκοότητα.

Μέχρι και πριν από λίγες μέρες, λίγο πριν μπει το καλοκαίρι, εργαζόμουν σε μια «σεβαστή» θέση, σε ένα υπουργείο της Αγγλίας. Ζούσα καλά και ένας θεός ξέρει τι με έπιασε και κατάφερα να χάσω τη δουλειά και την υπηκοότητά μου. Μπορώ να πω πως οι εποχές μού φαίνονται πολύ παράξενες, σχεδόν με φοβίζουν· και αυτός ο παράξενος φόβος είναι ο αληθινός λόγος που βρέθηκα, μετά από τόσα χρόνια εξόριστος, στη γενέτειρα των γονιών μου και τίποτα άλλο.

Όλα άρχισαν την ημέρα που διάβασα ένα άρθρο στην αγγλική εφημερίδα The Guardian για τις γλώσσες που τελούν υπο εξαφάνιση και τις προτεινόμενες λύσεις – ή, μάλλον, την προτεινόμενη λύση. Στα ανώτατα κλιμάκια της Ευρώπης σχεδιάζανε να καθιερώσουν μία μόνο γλώσσα για όλους τους λαούς της ηπείρου. Οι υποψήφιες γλώσσες ήταν η αγγλική, η γαλλική και η ισπανική, οι τρεις πιο διαδεδομένες γλώσσες της Ευρώπης ανά τον κόσμο. Όλες οι άλλες, σύμφωνα με το σχέδιο, έπρεπε να παύσουν να χρησιμοποιούνται, καθώς είναι μαθηματικά προδιεγεγραμμένος ο θάνατός τους. Στην αρχή γέλασα, μετά απόρησα και ύστερα άρχισα να αγωνιώ. Πρώτη-πρώτη στη λίστα με τις γλώσσες που έπρεπε να εξαφανιστούν δέσποζε η ελληνική. Σε αυτό το σημείο ένιωσα το θυμό και την αγανάκτηση.

Το άρθρο αυτό με είχε ταρακουνήσει αρκετά. Έψαχνα να βρω μια λύση, και κάπως έτσι οι μέρες μου κυλούσαν ανώφελα. Ένιωθα να πνίγομαι, αλλά ήταν διαφορετικά από ό,τι το περιμένα. Ήταν ένας κόμπος που ανέβαινε από το στήθος ως το λαιμό μέχρι που ξεκινούσα να ασθμαίνω και να ζαλίζομαι, λες και είχα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου. Η παραμονή μου στη δουλειά είχε γίνει ανιαρή και δυσβάστακτη και τα απογεύματα περνούσαν μόνο χάρις στους ατελείωτους περιπάτους που έκανα στα γύρω πάρκα, σε εκείνα τα μικρά καταπράσινα δασύλλια, μέχρι που βράδιαζε.

Ένα τέτοιο βράδυ ήταν που πήρα την απόφαση και άρχισα να γράφω ποιήματα στους τοίχους. Όσο ήμουν σίγουρος ότι δε με βλέπουν, έγραφα. Και χρειάστηκε να γράψω ποίηση για πολλά βράδια ακόμα για να το συνειδητοποιήσω. Δεν ήθελα το διαβατήριό μου να γράφει υπηκοότητα. Τι τη χρειαζόμουν; Πήγα στο αρμόδιο υπουργείο με μια ιδιόχειρη επιστολή, στην οποία με μεγάλη σαφήνεια εξηγούσα την επιθυμία να μου αφαιρεθεί η υπηκοότητα. Περάσαν αρκετές μέρες από τότε και τελικά ενημερώθηκα ότι επιτέλους είχα απωλέσει την υπηκοότητά μου. Χωρίς πλέον να υπάρχω στα χαρτιά, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου και τακτοποίησα τα υπάρχοντά μου για την πατρίδα των γονιών μου και τη χώρα που γέννησε τη γλώσσα, στην οποία επιθυμούσα να ομιλώ και να γράφω.

Και στάθηκα τυχερός, καθώς βρήκα αμέσως πού θα κατοικοεδρεύω. Ήταν ένας δρόμος –για την ακρίβεια δρομάκος– στην παλιά πόλη, πεζόδρομος, και η πινακίδα στη γωνία έγραφε “Οδός Lepsious”. Μου έκανε εντύπωση που το όνομα της οδού αναγραφόταν με λατινικούς χαρακτήρες, αλλά με το που εντόπισα αυτόν το μικρό παράδεισο ήξερα ότι εδώ θα μείνω.

Είχε ό,τι χρειαζόμουν. Ήταν πλακόστρωτη, με απλό κόσμο, φερμένο από κάθε γωνιά της γης, θυμίζοντάς μου έτσι ότι κάποτε υπήρξα κοσμοπολίτης. Παραδίπλα από εκεί που έμενα υπήρχε ένα νοσοκομείο και απέναντι ακριβώς ένας οίκος ανοχής. Αυτό μου φαινόταν πολύ αστείο, γιατί οι ασθενείς, μαζί με τις αρώστιες, θα μπορούσαν να θεραπεύουν και τα πάθη της σαρκός. Μα πάνω από όλα, ο δρόμος αυτός είχε τοίχους, όπου θα μπορούσα να γράφω ποιήση. Ναι! Εδώ ήταν το λιμάνι μου, ο τελικός μου προορισμός. Μετά από χρόνια περιπλανήσεων και ένα ατελείωτο ταξίδι ζωής, ήξερα ότι επιτέλους αυτή η οδός θα γινόταν το καταφύγιό μου.

Σε αυτό το καταφύγιο, λοιπόν, έμελλε να συγκατοικήσω με έναν ιδιότροπο γέρο για να μπορώ να πληρώνω το ενοίκιο. Αυτός ο παππούλης –τι έκπληξη!– ήταν ποιητής και μάλιστα πολύ καλός. Για την ακρίβεια, λάτρευσα τα ποιήματά του και φρόντισα να τα αποστηθίσω ένα προς ένα, όπως είχα κάνει με χιλιάδες άλλα ποιήματα στο παρελθόν. Το γεγονός, όμως, ότι ήταν μουγκός, με εντυπωσίαζε ακόμα περισσότερο σε αυτόν. Δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε μια λέξη –ένας θεός ξέρει το γιατί– και ας είναι καλά εκείνη η παραδουλεύτρα που τον φρόντιζε, τον αγαπούσε και με αυταπάρνηση τον κρατούσε στη ζωή.

Έμελλε, επίσης, να καταβάλω πάσα δύναμη για να υπομείνω τις εταίρες του οίκου ανοχής απέναντι από το νοσοκομείο. Αυτές αν και με πείραζαν: μου έβαζαν τον πειρασμό στα χείλη και μου μίλαγαν για τον κόσμο της ηδονής. Εγώ αντιστεκόμουν, ήμουν ανένδοτος, δεν με συγκινούσαν. Το μόνο που με συγκινούσε ήταν τα ποιήματα που έγραφα στους τοίχους, για να σώσω μια γλώσσα υπό εξαφάνιση και μερικές σκόρπιες ιδέες.

Έτσι έμελλε να έρθει και το τέλος. Μια μέρα, εκεί που έγραφα κάποιους στίχους κατα μήκος της οδού Lepsious, την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, είδα τον ουρανό να παίρνει σχήμα και χρώμα κεχριμπαριού. Επάνω του αναγράφονταν χιλιάδες λέξεις από τα ποιήματα που είχα αποστηθίσει και γύρω γύρω υπήρχαν κενά που περίμεναν κάποιον να τα συμπληρώσει. Έτσι, ακολούθησα τον κεχριμπαρένιο ουρανό και χάθηκα μέσα στις λέξεις και κανείς δε με ξαναείδε πια. Για όλα έφταιγε ο φόβος μου για τις γλώσσες που χάνονται, για τη γλώσσα μου και τίποτα άλλο».

Μάνος Τσεμπερλής

Photo by Nicholas Swanson on Unsplash

 

Βαθμολόγησέ το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

"Την Πρώτη Νιότη Μετρώ" του Μάνου Τσεμπερλή

“Την Πρώτη Νιότη Μετρώ” του Μάνου Τσεμπερλή

Τα λείψανά μου μετρώ και είμαι της πρώτης νιότης μου Οδυσσέας γυρνώ, γυρνώ στους ορίζοντες του κόσμου στην πελώρια θάλασσα ...