Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Σκοπιές στο Μανταμάδο» του Μάνου Τσεμπερλή
«Σκοπιές στο Μανταμάδο» του Μάνου Τσεμπερλή

«Σκοπιές στο Μανταμάδο» του Μάνου Τσεμπερλή

Οι ρίζες μου από τη μεριά της γιαγιάς μου κρατούν από τη Μυτιλήνη και δεν ξέρω πως τα έφερε έτσι η μοίρα και έτυχε να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία εκεί, σε ένα μικρό χωριουδάκι με το όνομα Μανταμάδο, αλλά και με τον ξακουστό πολιούχο του νησιού, τον Ταξιάρχη.

Εκείνη την ημέρα όλοι ήμασταν «τέντα» και περισσότερο από όλους εγώ. Μέχρι και ο Ταξιάρχης είχε ρίξει τη σκιά των ματιών του στο στρατόπεδο που βρισκόταν απέναντι από την εκκλησία του. Θυμάμαι το ποδοβολητό και το σούσουρο που είχε δημιουργηθεί από την προηγούμενη. Ο ουρανός ήταν καθαρός, με λίγα αραιά σύννεφα και επικρατούσε λίγο κρύο, καθότι ήταν χειμώνας. Είχαμε ταγματική αναφορά – και αναφερόμενος ήμουν εγώ.

Γυάλισα τις αρβύλες μου, τις φόρεσα, ξυρίστηκα και κατέβηκα με τους υπόλοιπους για την πρωινή αναφορά. Δε φοβόμουν γιατί είχα ένα γαμημένο δίκιο που με έτρωγε βαθιά μέσα μου. Ο διοικητής στεκόταν μπροστά από το τάγμα και επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Τότε ο ΕΠΟΠ Α. έκανε την κίνησή του και με ανέφερε. Βγήκα μπροστά και παρουσιάστηκα. Ήμουν κυριολεκτικά σούζα και στην πένα, πράγμα σπάνιο για εμένα στη ζωή μου.

Οι κατηγορίες που με βάραιναν δύο· η μία ότι χάλασα το όπλο για το οποίο ήμουν υπεύθυνος και η άλλη το αδίκημα της στάσης. Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα πως θα ήμουν αναφερόμενος για στάση στο στράτευμα. Σαν το άκουσα, από μέσα μου έβαλα τα γέλια, αλλά οποιοσδήποτε άλλος θα είχε κατουρηθεί από το φόβο του καθώς επέσυρε ποινή φυλάκισης μέχρι και δέκα χρόνια.

Όλοι περιμέναν την αντίδραση του διοικητή, εγώ όμως ήξερα ήδη τι θα συμβεί ή νόμιζα πως ήξερα. Η μέρα συνέχιζε να είναι ωραία και σιωπή εξακολουθούσε να επικρατεί παντού.

Θυμάμαι ακόμη τον υπολοχαγό που είχαμε στο κέντρο όπου παρουσιάστηκα, στο Μεσολόγγι. Συχνά πυκνά μας διάβαζε άρθρα του στρατιωτικού ποινικού κώδικα. Ήταν καλός και νοιαζόταν για όλους τους φαντάρους. Μας το είχε δηλώσει από την αρχή ότι ήμασταν τυχεροί, γιατί στο στρατό υπάρχουν δυο τρόποι: «ο σκληρός και ο δικός του». Και πράγματι έτσι ήταν, μας φέρθηκε χάρμα και θα μπορούσα να πω ότι την περάσαμε φίνα.

Ωραίοι πετρόκτιστοι που ήταν οι θάλαμοι στο Μεσσολόγγι… και ο καιρός πέρασε σχετικά γρήγορα και εύκολα. Εκεί, για πρώτη φορά είδα στην πράξη ότι η βροχή μπορεί να έχει σύνορο για να το προσπεράσεις. Ήταν ένα όμορφο και ηλιόλουστο μεσημέρι όταν ξεκίνησε να βρέχει και, όπως περπατούσα στο δρόμο, συνειδητοποίησα πως αν πηδούσα λίγο πιο πέρα η βροχή σταματούσε και είχε ήλιο. Έτσι πήγαινα από το ένα σύνορο στο άλλο, με μικρά πηδηματάκια και τη μια βρεχόμουν και τη μια λιαζόμουν – και πώς το ευχαριστήθηκα κανείς δεν μπορεί να το φανταστεί. Με την ίδια ευχαρίστηση θα θυμόμουν μήνες αργότερα τον υπολοχαγό μου να διαβάζει το άρθρο του στρατιωτικού κώδικα περί στάσης και να λέει ότι χρειάζονται δυο άτομα τουλάχιστον, για να συντελείται το αδίκημα της στάσης.

Φαντάρος δεν πήγα γιατί το ήθελα, αν και δε με πείραζε. Έφυγα με πίκρα και με φορτουνιασμένα τα πανιά μου. Ο θάνατος του πατέρα μου και μια σειρά οικογενειακών προβλημάτων με είχαν συνταράξει συθέμελα και έτσι ο στρατός φάνταζε μια υποχρέωση που έπρεπε να εκπληρωθεί άμεσα. Είχα αφήσει ένα μόνο μάθημα να χρωστώ στο πανεπιστήμιο, για να πάρω καμιά έξτρα άδεια. Έτσι, το πήρα απόφαση και εγώ και ντύθηκα τα χακί.

Δεν έχω παράπονο, οι δικοί μου με επισκέπτονταν πυκνά συχνά, μητέρα, θείοι, και το κινητό χτυπούσε σχεδόν κάθε μέρα. Αλλά εμένα η ψυχή μου είχε σκοτεινιάσει και ακόμη δεν το είχα καταλάβει. Πάντως, δεν περίμενα πως τον κακορίζικο θάνατο του πατέρα μου θα τον ακολουθούσε μια θητεία βουτηγμένη μέσα στην αγωνία.

Το Μανταμάδο σαν στρατόπεδο είχε άσχημη φήμη, αλλά εγώ αυτό όταν έφτασα δεν το ήξερα και ούτε μπορούσα να το φανταστώ μέσα στην «καναδέζα» που μας μετέφερε. Όταν φτάσαμε, ακούμπησα το λουκάνικο –ένα γυλιό που μας είχαν δώσει– κάτω στο χώμα με ανακούφιση, γιατί ένιωθα πως ήμουν πιο κοντά στην απόλυση και άλλωστε τα καψόνια είχαν καταργηθεί.

Όμως τα κακά μαντάτα ταξιδεύουν γρήγορα. Έτσι, μαζί με τις καθημερινές αγγαρείες, δεν αργήσαμε να μάθουμε πως σε αυτό το στρατόπεδο είχαν σημειωθεί συνολικά πέντε αυτοκτονίες. Όλοι μιλούσαν για έναν παλιό διοικητή, που ήταν τόσο σκληρός με τους φαντάρους που αυτοί δεν άντεχαν. Ευτυχώς, όμως, αυτός είχε φύγει. Τώρα είχε αναλάβει ένας καινούριος και εγώ ευχήθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου να τύχαινε να είχαμε καλό διοικητή.

«Δεν έχω ξαναδεί καλύτερη αναφορά στη ζωή μου» μου έλεγε και ξανάλεγε ο γιατρός του τάγματος, με τον οποίο έμελλε από τότε να γίνουμε πολύ καλοί φίλοι. Πέρναγα αρκετό χρόνο στο ιατρείο. Αντί να πάω στο ΚΨΜ, πήγαινα στο ιατρείο και πιάναμε κουβέντα με τις ώρες. Κάναμε και τις πλάκες μας και, καθώς έτσι περνούσε η ώρα μας, δεν άργησα να μάθω τι κουμάσια και λουφαδόροι υπήρχαν στο στράτευμα. Θυμάμαι έναν ΕΠΟΠ να μπαίνει μέσα στο ιατρείο και να παραπονιέται ότι δεν αισθανόταν καλά γιατί ήθελε να πάρει άδεια. Ήταν ροδαλός ροδαλός και ο γιατρός τον ρώτησε τι συμπτώματα είχε. «Έχω διάρροιες και εμετούς» αποκρίθηκε και συμπλήρωσε ότι είχε κάνει περίπου 20 εμετούς σε μια μέρα. Τελικά ο γιατρός τον έδιωξε ευγενικά, γιατί αν όντως είχε αυτά τα συμπτώματα δε θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια του· και αφού έφυγε, βάλαμε τα γέλια.

Το γιατρό τον προσφωνούσαν «ντεπονάκια», γιατί πολύ συχνά συνιστούσε ντεπόν στους φαντάρους, που όμως το σύνηθες ήταν να μην έχουν τίποτα σοβαρό. Πριν φύγω για το στρατό, έκανα τη βλακεία να πάω για τρέξιμο. Ήταν μια φθινοπωρινή βροχερή μέρα και έγινα μουσκίδι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αρρωστήσω πέντε φορές κατά τη διάρκεια της θητείας μου και να ανεβάσω υψηλό πυρετό. Αλλά δεν έχω παράπονο, όλοι οι γιατροί που γνώρισα με τους φαντάρους ήταν πολύ ευγενικοί.

Η χειρότερή μου στιγμή στο Μανταμάδο ήταν όταν πήγαινα προς το θάλαμό μου και άκουσα από τη παρέα και τον ΕΠΟΠ Α. να με φωνάζουν ρουφιάνο. Ήταν σκοτεινά και με το ζόρι μπορούσα να διακρίνω τις φυσιογνωμίες τους, αλλά μετά από όσα είχαν γίνει δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν αυτοί. Μόνη μου παρηγοριά η λέξη «άκυρο» που είχαν γράψει οι περισσότεροι φαντάροι στο πηλίκιό τους και την έδειχναν κάθε τόσο και λιγάκι στον ΕΠΟΠ Α.

Η καλύτερή μου στιγμή ήταν όταν μια μέρα που περπατούσα, βρήκα ένα πορτοφόλι πεσμένο κάτω στο χώμα γεμάτο λεφτά. Χωρίς δεύτερη σκέψη το πήρα και πήγα στα γραφεία για να το παραδώσω. Για κάποιο λόγο δεν ήταν κανείς εκεί εκτός από το διοικητή. Μόλις το παρέδωσα, ο «δίκας» μού έδωσε πέντε μέρες τιμητική άδεια. Δεν ξέρω τι θα έκανε άλλος στη θέση μου, αλλά εγώ με πέντε μέρες άδεια ήμουν καταευχαριστημένος.

Την πρώτη μέρα που είδα τον ΕΠΟΠ Α., ένας φαντάρος μου είπε «να τον προσέχεις αυτόν, είναι καθίκι». Τον κοίταξα λίγο περίεργα, αλλά δεν έδωσα πολλή σημασία. Όμως, η ζωή τα έφερε έτσι που δεν άργησα να έρθω αντιμέτωπος μαζί του. Ήταν τότε που έκανε παρατήρηση σε έναν θαλαμοφύλακα. Ο τρόπος του και μόνο ήταν αισχρός, δεν ξέρω τι με έπιασε και εμένα, αλλά θίχτηκα, ένα παράπονο, ένα άδικο, ένας κόμπος στο λαιμό – και μπήκα στη μέση. Του είπα πολύ απλά πως δεν μπορεί να συμπεριφέρεται έτσι και αυτός, αν θυμάμαι καλά, μου είπε να κοιτάω τη δουλειά μου. Είμαι όμως σίγουρος, πως από μέσα του είπε «θα σε στρώσω εγώ».

Τα όπλα μας τα είχαμε σαν τα μάτια μας, καθαρά, γυαλισμένα και λαδωμένα. Κανείς μας δε διανοείτο να τα χαλάσει, γιατί έτσι και μας τα χρέωναν άντε να βρεις τα λεφτά να τα πληρώσεις. Έλα όμως που τα αναθεματισμένα παρουσίαζαν βλάβες από τις βολές που κάναμε! Η συνηθέστερη βλάβη ήταν με τις φλογοκρύπτες. Μετά από ένα σημείο, δεν κούμπωναν καλά στην κάννη του όπλου. Δε συνέβαινε πάντα, αλλά συνέβαινε συχνά.

Έτυχε αυτό να συμβεί και σε εμένα. Μια μέρα, στα καλά καθούμενα, η φλογοκρύπτη του όπλου μου δε βίδωνε μέχρι τέρμα. Δεν πολυέδωσα σημασία. Αλλά έλα που έδωσε άλλος. Έτυχε εκείνο τον καιρό υπεύθυνος οπλισμού να είναι ο ΕΠΟΠ Α. και δεν άργησε να με καλέσει, για να μου πει ότι χάλασα το όπλο, ότι θα μου το χρεώσει και ότι το χρέος θα έφτανε περίπου στα χίλια ευρώ – ίσως και παραπάνω. «Κάνε ό,τι θέλεις, εγώ μια φορά δεν το χάλασα» του είπα. «Θα σε βγάλω αναφερόμενο» μου απάντησε.

Το μεγαλύτερο μέρος της θητείας μου το πέρασα σε φυλάκια. Εκεί πεινάσαμε, βρωμίσαμε, χορτάσαμε κοριούς που τους βάζαμε φωτιά με οινόπνευμα, μπας και ησυχάσουμε, αλλά τίποτα. Η αλήθεια είναι πως όσο καιρό ήμουν στα φυλάκια, ο ΕΠΟΠ Α. δε με έβγαλε αναφερόμενο, αλλά όποτε με έβλεπε δεν ξεχνούσε να μου υπενθυμίσει ότι θα το έκανε. Είχε καταντήσει αηδία, του έλεγα πως δε με ένοιαζε και κάθε φορά απαντούσε πως θα το κάνει. Ήθελε να μου τσακίσει το ηθικό, να τον παρακαλέσω, αλλά εγώ δεν ήξερα από τέτοια κόλπα. Η στάση μου δεν άλλαζε και ας μου είχε διαλύσει τη ψυχολογία.

Κάναμε άπειρες σκοπιές στο Μανταμάδο – και τι πιο φυσικό στο στρατό από το να βαράς σκοπιά; Η χειρότερη ήταν το «γερμανικό νούμερο», δηλαδή να βαράς σκοπιά δύο με τέσσερις το βράδυ. Άντε να ξυπνήσεις, να μείνεις ξύπνιος και να αντέξεις το βραδινό κρύο. Αλλά εγώ ξυπνούσα πολύ εύκολα. Με το που ερχόταν ο προηγούμενος για να τον αλλάξω, χωρίς να με αγγίξει, με το που πλησίαζε, είχα ξυπνήσει.

Η αλήθεια είναι ότι έκανα πολλά γερμανικά και με όποιον ήμουν είχα πάντα την ίδια συνήθεια. Μες στο σκοτάδι και με τα λίγα φώτα που υπήρχαν, μες στη νεκρική ησυχία, εγώ μιμούμουν τον μπούφο. Και το μόνο που ακουγόταν τότε ήταν ένας ψεύτικος μπούφος, να διαπερνάει τα πιο απαλά στρώματα ησυχίας που είχαν απλωθεί πάνω από το στρατόπεδο.

Πριν από μια σκοπιά ήταν, όταν ένας φίλος με πήρε τραβώντας με και με πήγε στο διοικητή, μια μέρα πριν την ταγματική αναφορά. Δεν ήθελα να πάω, αλλά όλοι είχαν μάθει από καιρό πως ο ΕΠΟΠ Α. με είχε βάλει στο μάτι. Όταν ήρθε το πλήρωμα του καιρού, ο φίλος μου θεώρησε απαραίτητο ο διοικητής να μάθει από μένα τον ίδιο τα γεγονότα. Εξού και γιατί την επομένη η παρέα του ΕΠΟΠ Α. με έλεγε ρουφιάνο.

Όσοι ήμασταν σε αυτή την ταγματική αναφορά θα θυμόμαστε για χρόνια το διοικητή να βγάζει τις επωμίδες του και να τις εναποθέτει πάνω στο λευκό χαλίκι. Άρχισε να εκφωνεί ένα λόγο περί ισότητας και ό,τι συγκράτησα από εκείνη την ημέρα είναι πως το αξίωμα στο στρατό κάποιος το φέρει για να διοικεί καλύτερα το στράτευμα και όχι για να εκμεταλλεύονται οι ανώτεροι τους κατώτερους. Οι ΕΠΟΠ είχαν παγώσει, κανείς τους δεν περίμενε ο διοικητής να έπαιρνε τη θέση μου. Αλλά με είχε σώσει ένα τηλέφωνο που είχε κάνει στους αρμόδιους τεχνικούς, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν πως δεν μπορούσε ανθρώπινο χέρι να έχει προκαλέσει τη βλάβη στο όπλο μου.

Είχαν περάσει πέντε μήνες τουλάχιστον από τότε που ξεκίνησε η κόντρα μου με τον ΕΠΟΠ Α. και η ανακούφισή μου ήταν τεράστια, που όλα είχαν αίσιο τέλος. Είχα φθαρεί και ταλαιπωρηθεί απίστευτα, αλλά τώρα πια μέτραγα μέρες και το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν οι σκοπιές στο Μανταμάδο. Άραγε θυμάται κανείς έναν χαζό μπούφο να σπάει τα πιο σιωπηλά σκοτάδια του Μανταμάδου;

Μάνος Τσεμπερλής

 

«Σκοπιές στο Μανταμάδο» του Μάνου Τσεμπερλή
4.8 (95%) 4 votes

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

«Μια άλλη ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

«Μια άλλη ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

Τα όνειρα της Κατερίνας ήρθαν απότομα, σαν τον χειμωνιάτικο αγέρα το καλοκαίρι, και άρχισαν σιγά σιγά να περονιάζουν την καρδιά ...