Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Η Τελευταία Λέξη» του Μάνου Τσεμπερλή
«Η Τελευταία Λέξη» του Μάνου Τσεμπερλή

«Η Τελευταία Λέξη» του Μάνου Τσεμπερλή

Αγάπησα πολλούς ποιητές, από τους Έλληνες σίγουρα τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη και τον Καββαδία. Μα από όσους ποιητές έτυχε να διαβάσω στη ζωή μου πιο πολύ αγάπησα τον Πάμπλο Νερούδα. Στη μνήμη του ποιητή των αδιέξοδων ονείρων μου.

Μάνος Τσεμπερλής

 

Βρίσκομαι στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, όπου γεννήθηκε ο αγαπημένος μου ποιητής και αργοπεθαίνω. Οι λέξεις στο μυαλό μου σκόρπιες, αιωρούνται σαν τα άστρα ενός ονείρου που δεν το πρόλαβα. Οι σάρκες μου σαπίζουν, όχι γιατί με κατατρώγει κάποια αρρώστια, αλλά γιατί ο χρόνος δεν κάνει εξαίρεση σε κανέναν. Έτσι και με εμένα, ο χρόνος με φθείρει, τραβάει τις σάρκες μου προς την ανυπαρξία.

Σκέφτομαι χρόνια μετά από τη φυγή σου, το θάνατό σου, το γέλιο σου και πονάω ακόμα πιο βαθιά. Δε θυμάμαι τι ακριβώς συνέβη πρώτα. Έμαθα να αγαπάω εσένα μέσα από την ποίηση ή την ποίηση μέσα από εσένα; Έξω είναι φθινόπωρο και τα φύλλα στα δέντρα χρυσαφιά και πορτοκαλί, έτοιμα να πέσουν. Ποίηση, ένας κόσμος ολόκληρος, αλλά θέλει προσοχή για τους τολμηρούς διαβάτες. Είναι σκληρές οι λέξεις της ποίησης γιατί σου μαθαίνουν να ονειρεύεσαι σε έναν κόσμο που πολλές φορές δεν υπάρχει χώρος για όνειρα. Και εγώ από τότε σε ονειρεύομαι σιμά μου, κάθε βράδυ, και λιγοψυχάω τα πρωινά που το μόνο που μου έχει απομείνει είναι η ποίηση, χωρίς το φιλί σου.

Ρυτιδιασμένα πλέον τα χέρια μου και λίγο κοκαλιάρικα, δε θυμάμαι πλέον την ηλικία μου. Μπορεί να είμαι εκατό ή εκατόν δύο. Το σίγουρο είναι ότι ακόμα στέκομαι στα πόδια μου, και ας ξέρω πως το τέλος ζυγώνει. Μου αρέσει η δροσιά του φθινοπώρου, αγαλλιάζει την ψυχή μου. Εξακολουθώ και φορώ βαμβακερό, κοντομάνικο πουκάμισο και ένα ξεφτισμένο παλιό ψάθινο καπέλο. Στην κούπα μου έχω βάλει λίγο κρασί. Είναι κρύο, μόλις το έβγαλα από το ψυγείο. Στην εποχή μου δεν είχαμε ψυγεία. Σήμερα είναι αλλιώς, έχουμε τα πάντα. Σε αυτήν, όμως, την απόμακρη γωνιά της Γης, εγώ έχω μόνο ένα ψυγείο, τις εφημερίδες μου και τα βιβλία που μου άφησες για ενθύμιο. Αρκούν.

Όσο για την τραγιάσκα που μου έκανες σε κάποια γενέθλια δώρο, την έχω πλέον κρύψει, γιατί άμα τη βλέπω τα όνειρά μου παίρνουν επικίνδυνες ατραπούς. Ξεφεύγουν από τη νύχτα και έρχονται και στοιχειώνουν τις μέρες μου. Γι’ αυτό την καταχώνιασα να μην τη βλέπω, γιατί μετά  από το γέλιο σου είναι ό,τι θυμάμαι περισσότερο από εσένα. Δεν κατάλαβα ποτέ αν ήταν ένα δώρο για εμένα ή για εσένα. Συνήθιζες να τη φοράς συχνά πυκνά, πριν ακόμα κάνουμε παιδί, γυμνή, και μου ζητούσες να σου διαβάσω ποίηση.

– Αγάπη μου, θα μείνω μόνο με την τραγιάσκα και εσύ θα μου διαβάσεις ποίηση για αντάλλαγμα, μου έλεγες.

Και εγώ εκστασιασμένος, διάβαζα. Ξεκινούσα να απαγγέλλω και εσύ ξεκινούσες να γδύνεσαι. Και έπρεπε να διαβάσω και την τελευταία λέξη για να έρθεις να πλαγιάσεις κοντά μου. Μικρές, τρελές συνήθειες που έθρεψαν τον έρωτά μας, που γύμνωσαν τις ψυχές μας και έκαναν οικεία τα σώματά μας.

 

Τη μέρα που ερωτευτήκαμε, δεν ήξερα τίποτα για εσένα. Φορούσες ένα φτωχικό ταγέρ και ένα καπέλο με φτερό. Δεν ήξερα πόσο αγαπούσες την ποίηση και τα βιβλία. Είχες πάρει στα δυο σου χέρια ένα κουταβάκι και το φιλούσες στο στόμα. Και εγώ ταράχτηκα, αναψοκοκκίνισα, ζήλεψα εκείνο το κουτάβι που μπορούσε να αγγίζει τα χείλη της μέλλουσας γυναίκας μου. Ναι, το ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι θα γινόσουν η γυναίκα μου, το είδα στην κοφτή ματιά σου προς τα εμένα, λίγο πριν αρχίσει το κουτάβι να σε γλείφει κουνώντας παιχνιδιάρικα την ουρά του και πληγώνοντας την καρδιά μου.

Ούτε και εσύ, όμως, ήξερες πως ήμουν αγράμματος. Δεν είχες φανταστεί ποτέ πως θα σε αγαπούσε ένας αγράμματος. Εγώ το μόνο που κατείχα ήταν η γη μου και να δίνω κάμποση αγάπη στα δέντρα της αυλής μου. Μέχρι εκείνη την ημέρα είχα μια αράδα φίλους που καμιά φορά με παρέσερναν και πηγαίναμε και πηδάγαμε μια πουτάνα λίγο έξω από το χωριό. Μα όλα αυτά κοπήκαν όταν σε γνώρισα. Και τώρα πια, γέρος, απολαμβάνοντας το τελευταίο κρασί της ζωής μου, με το μόριό μου σχεδόν ανάπηρο, και τη σοφία που με γέμισαν τα χρόνια της απουσίας σου, αναρωτιέμαι τι ακριβώς γύρευα εκεί.

Δε σε ρώτησα ποτέ για το παρελθόν σου, ήταν μια παράξενη αρχή που με διακατείχε, να μη θέλω να μάθω το τι έκανες πριν από εμένα. Η ζωή μας ξεκινούσε μετά. Δε σε ρώτησα για τους γονείς σου και την οικογένειά σου. Δε σε ρώτησα ούτε  πώς βρέθηκες στο χωριό μου με ένα κουτάβι στα χέρια. Η μόνη ερώτηση που έκανα ήταν το όνομά σου.

– Σελήνη, αποκρίθηκες, με μια γλυκεία, ήρεμη φωνή.

Δεν είπα κάτι άλλο, έμεινα δίπλα σου ακίνητος. Δεν ήξερα τι να πω. Και μες στην αμηχανία μου, με ρώτησες:

– Θα με βοηθήσεις να μεγαλώσω το σκυλί;

Κοίταξα καλά καλά το σκυλί που πριν λίγο μισούσα θανάσιμα και ξαφνικά το αγάπησα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Ας το φιλούσες όσο ήθελες και ας το χάιδευες ασταμάτητα, αν ήταν η αιτία να είμαστε μαζί. Έριξα μια απαθή ματιά στο κουτάβι και αποκρίθηκα με ένα αμήχανο χαμόγελο:

– Ναι, θα σε βοηθήσω.

Και εσύ χαμογέλασες.

 

Λίγο καιρό αφότου αρχίσαμε να συζούμε, μου είπες ότι το σκυλί είναι κάνε κόρσο και ότι ήθελες να το ονομάσεις Πάμπλο. Ήσουν ανένδοτη, Πάμπλο έπρεπε να είναι το όνομα του σκύλου προς τιμήν του αγαπημένου σου ποιητή. Ποίηση, ήταν μια λέξη που για πρώτη φορά άκουγα και ήταν η ημέρα που θα μάθαινες ότι είμαι αγράμματος. Δε θυμάμαι να έχω ξαναδεί γυναίκα να ουρλιάζει με τόσο θυμό. Ξεσκόνιζες πέρα δώθε τα παλιά έπιπλα και μουρμούριζες ώσπου έθεσες τον όρο. Απαγορευμένος ο έρωτας μέχρι να μάθαινα να διαβάζω. Δεν μπορούσες με τίποτα να το χωνέψεις. Τότε δεν ήξερα καν ότι είχε υπάρξει ένας αρχαίος συγγραφέας που τον έλεγαν Αριστοφάνη, αλλά τόσα χρόνια μετά είμαι σίγουρος ότι εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ακριβώς σαν ένας ήρωας σε ένα από τα έργα του.

Νιώθοντας το αίμα μου να βράζει, αλλά ξέροντας πως δεν μπορούσα να σου αρνηθώ, κούρνιασα στην καρέκλα μου και συμφώνησα με ένα παγερό βλέμμα. Εκείνη την ημέρα βλαστήμησα από μέσα μου όσο ποτέ άλλοτε. Τι διάολο είχε η ποίηση και σε γοήτευε τόσο πολύ; Ποιος ήταν αυτός ο Πάμπλο; Είπες πως λίγο πριν με γνωρίσεις είχαν ξεπέσει στα χέρια σου μερικά ποιήματά του, μόλις είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός παγκοσμίως. Είχες αποφασίσει να τον βρεις και να γίνεις ερωμένη του, αλλά μετά γνώρισες εμένα. Αν δεν μάθαινα, όμως, να διαβάζω και να γράφω, τότε θα με εγκατέλειπες και θα έβρισκες κανέναν ποιητή, έστω και της κακιάς ώρας.

Την πρώτη φορά που μου έδειξες το αλφάβητο, το μόνο που μπορούσα να δω ήταν κάποιες μουτζούρες πάνω σε μια λευκή κόλλα χαρτί. Τρομοκρατημένος και φοβισμένος για αυτές τις γκρίζες καρικατούρες από μολύβι, σε ακολουθούσα στο άγνωστο. Δεν ήταν ότι ήθελα να μάθω να διαβάζω, ήταν ότι έλκυες την καρδιά μου σαν μαγνήτης. Δεν ξέρω αν κατάλαβες ποτέ το φόβο μου για αυτόν τον άγνωστο κόσμο της γραφής, αλλά θυμάμαι ότι κάθε μέρα κρατούσες το χέρι μου καθώς προσπαθούσα να γράψω τις πρώτες μου λέξεις. Μου αγόραζες βιβλία για παιδιά που τα είχες παραγγείλει από την πόλη και εφημερίδες. Πρώτα με έβαζες να διαβάζω τις λέξεις ξεχωριστά και μετά μου μάθαινες να τις ενώνω και να διαβάζω ολόκληρες παραγράφους. Αν ήμουν καλός, κακός μαθητής, δε θα το μάθω ποτέ. Δε μου είπες. Ήσουν προσηλωμένη στο να με διδάξεις.

 

Μου πήρε ακριβώς ένα χρόνο να μάθω ανάγνωση και γραφή. Μέσα σε εκείνο το διάστημα δεν άγγιξα ούτε καν τα χείλη σου. Καθόμουν τα βράδια αφού είχα τελειώσει τις δουλειές μου από τα χωράφια πάνω από εκείνο το παλιό ξύλινο τραπέζι που ακόμη στέκει όρθιο, με μια λάμπα πετρελαίου από δίπλα και προσπαθούσα να διαβάσω και να γράψω ακόμη περισσότερα από όσα μου είχες δείξει. Και εσύ στεκόσουν απέναντί μου και χάιδευες το σκύλο, έτοιμη να έρθεις να με βοηθήσεις όποτε το χρειαζόμουν. Και δεν παρέλειπες τη παλιά σου συνήθεια που τόσο με προκαλούσε, να αφήνεις τον Πάμπλο να σε γλείφει στο στόμα. Και εκεί που ήμουν έτοιμος να αφρίσω από το κακό μου και να τον κλωτσήσω, ερχόταν ο διαολεμένος και χαϊδευόταν στα πόδια μου, θυμίζοντάς μου πόσο πολύ τον αγαπούσα.

Πάνω στο μισό χρόνο είχα μάθει να διαβάζω και να γράφω αρκετά καλά. Μετά από πολλές προσπάθειες, παραινέσεις και διδαχές σου, είχαμε φτάσει επιτέλους σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Τότε αποφάσισες να μου αγοράσεις την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Καθώς μου την έδινες, περίμενα ότι θα έβλεπα κάπου να γράφει Πάμπλο. Αλλά είχα κάνει λάθος.

 

Στην πραγματικότητα δε μου έδωσες ποτέ να διαβάσω μια ποιητική συλλογή του Πάμπλο. Σε αντίθεση, μου έφερες ποιητικές συλλογές δεκάδων άλλων ποιητών που πολλές φορές μου διέφευγε το όνομά τους. Θυμάμαι με ευσπλαχνία το σκύλο μας πώς στεκόταν δίπλα μας, ήσυχος, να ακούσει και αυτός την απαγγελία σου και θυμάμαι επίσης ότι τη μοναδική συλλογή του αγαπημένου σου ποιητή αναγκάστηκα να την αγοράσω εγώ μετά το θάνατό σου για να σε θυμάμαι ακόμα με περισσότερα χρώματα. Έγραφε Πάμπλο Νερούδα και η γραφή του ήταν σαν τον έρωτά μου για εσένα. Θυμάμαι επίσης πως άλλαξε με τον καιρό ο τρόπος που έβλεπα τον κόσμο.

Τα χρώματα, οι όψεις και τα τοπία άλλαξαν, ήταν σαν να ξεπηδάγανε όλα από έναν πίνακα του Βαν Γκογκ. Έτσι συνέβη και σε εμένα· άρχισα να βλέπω τα πάντα διαφορετικά. Όσο περισσότερο ποίηση διάβαζα, τόσο πιο μαγικός έμοιαζε ο κόσμος γύρω μου.

 

Όταν η δικτατορία χτύπησε την πόρτα μας και ο φασισμός είχε ντυθεί την πιο άχαρή του όψη, είχα ήδη εντρυφήσει για τα καλά στον κόσμο της ποίησης. Έτσι λοιπόν, με τον ερχομό της δικτατορίας άρχισαν και τα πρώτα συμπτώματα της ποίησης στη ζωή μου. Υπήρχαν φορές που τα τοπία και ο ουρανός μού φαίνονταν ασπρόμαυρα. Γυρνούσα και ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει χρώμα, λες και η απειλή του φασισμού δεν ήταν ανθρώπινο έργο, αλλά θεϊκή κατάρα. Και με τα δικά μου πρώτα συμπτώματα ήταν που άρχισες και εσύ να θέλεις να γράφεις ποίηση. Όταν σου πρωτοείπα για τα συμπτώματα, μου εξέτασες τα μάτια, μου χάιδεψες τα μαλλιά και μου είπες ότι μόλις τελειώσει η δικτατορία θα γίνω καλά. Γέλασα χαμένος στην άγνοιά μου και συνέχισα να σε παρακολουθώ να γράφεις ποίηση, καθώς οι μέρες κυλούσαν.

Πλέον έβλεπα τα πάντα ασπρόμαυρα, εκτός από τα δέντρα που καλλιεργούσα· μπορεί όλα γύρω να ήταν γκρίζα, αλλά τα δέντρα μου όλο ζωντάνια, πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο και με την υγρασία πάνω στα φύλλα τους να κυλάει και να γίνεται δροσοσταλίδες, διατηρούσαν τα χρώματά τους.

Την είδηση της εγκαθίδρυσης της νέας κυβέρνησης τη διαβάσαμε στην εφημερίδα, αλλά τα πραγματικά νέα ερχόντουσαν από στόμα σε στόμα. Καθώς το χωριό μας ήταν απόμακρο, δεν είχαμε δει ακόμη άμεσο αντίκτυπο, αλλά είχαμε μάθει πως τα μέλη της προηγούμενης κυβέρνησης είχαν όλα σκοτωθεί από το βομβαρδισμό του προεδρικού μεγάρου από στρατιωτικά αεροπλάνα. Τώρα πια θα ορκιζόμουν, πως το γκρίζο χρώμα στο οποίο έβλεπα τα πάντα γύρω μου ήταν ο φόβος που είχε καταβάλει τις ψυχές μας· και θα ομολογήσω πως εγώ ήμουν ένας δειλός γιατί είχα αρχίσει από νωρίς να καίω στη σόμπα όποιο βιβλίο μπορούσε να θεωρηθεί ριζοσπαστικό.

Οι στρατιωτικές δυνάμεις έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό μας έναν μήνα αργότερα και εκείνη τη μέρα ήταν που κατάλαβα τι σημαίνει δικτατορία. Είχαμε πάει μια βόλτα με το σκύλο στο χωριό, όταν ξαφνικά ο σκύλος αγρίεψε και άρχισε να γαβγίζει. Στην αρχή δεν καταλάβαμε, αλλά μετά είδαμε από μακριά τα στρατιωτικά καμιόνια να έρχονται προς το χωριό. Με το σκύλο μαζί ξεκίνησε να σφυρίζει και ένας νεαρός σε ένδειξη αποδοκιμασίας. Τον αναθεματισμένο, δε σκεφτόταν τη ζωή του! Και έγινε ακόμη χειρότερο· με το που κατέβηκαν οι στρατιώτες, άρχισε να τους βρίζει. Τότε ένας στρατιώτης δίχως δισταγμό έβγαλε ένα περίστροφο και πυροβόλησε το νεαρό. Ο νεαρός έπεσε κάτω και μια λίμνη αίματος σχηματίστηκε γύρω από το πτώμα του.

Και να σου πάλι τα συμπτώματα, γύρω μου όλα γκρίζα και το μόνο χρώμα που μπορούσα να δω ήταν το κόκκινο του αίματος, στη λίμνη αίματος από το πτώμα του νεαρού. Σε συγκράτησα με το ζόρι όσο ο στρατιώτης μάς κοίταζε ειρωνικά και ταυτόχρονα άρχισα να βλέπω γράμματα και λέξεις να ρέουν μέσα στη λίμνη αίματος. Όταν ηρέμησες, πήρα το σκύλο αγκαλιά και τον κουβάλησα μέχρι το σπίτι.

Άρχισα πάλι να μαζεύω τα βιβλία που είχαμε, άρον άρον, για να τα ξεφορτωθώ. Τώρα οι λέξεις της ποίησης μοιάζαν πιο επικίνδυνες από ποτέ. Ήμουν έτοιμος να βάλω τη φωτιά στη ξυλόσομπα όταν με σταμάτησες. Είχες φέρει ένα μπαούλο μαζί σου. Τα καταχώνιασες όλα μέσα και μετά πήγες στην αυλή. Πήρες ένα φτυάρι και άρχισες να σκάβεις, μια με το φτυάρι, μια με τα χέρια σου. Όταν πλέον τελείωσες, είχε σκοτεινιάσει και ξέραμε και οι δυο ότι όλα τα βιβλία μας θα έμεναν εκεί μέχρι να τελειώσει η δικτατορία. Σου είπα μια ακόμη φορά για τα περίεργα συμπτώματα και τη λίμνη αίματος με τα γράμματα και τις λέξεις να ρέουν πέρα δώθε, με κοίταξες και μου είπες πως πιθανόν έπασχα από την αρρώστια του σουρεαλισμού. Και εγώ μέχρι τότε πίστευα από όσα είχα διαβάσει και είχαμε πει ότι σουρεαλισμός είναι καλλιτεχνικό κίνημα και όχι αρρώστια. Από πότε η τέχνη σε χτυπούσε σαν αρρώστια; Μήπως έβγαινε και σε πανδημία, μήπως μπορούσε να εξαπλωθεί σαν την πανώλη; Δεν καταλάβαινα πώς ήταν δυνατόν να πάσχω από την τέχνη.

Οι μέρες περνούσαν και εγώ δεν άντεχα την γκρίζα όψη του κόσμου που είχε υιοθετήσει το αναθεματισμένο το κεφάλι μου. Ταυτόχρονα όμως και τα άσχημα νέα πλήθαιναν. Μαθεύτηκε πολύ γρήγορα στο χωριό πως οι φίλοι και οι γονείς του νεαρού είχαν εξαφανιστεί. Ίσως το γκρίζο που έβλεπα στον κόσμο δεν ήταν αρκετό για να περιγράψει την καταχνιά που πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια μας. Μέχρι και ο σκύλος είχε αρχίσει να φαίνεται αδιάθετος. Μόνο εσύ συνέχιζες στα μουλωχτά να γράφεις ποίηση. Αλλά είχες αλλάξει τρόπο γραφής. Τώρα πια έγραφες, μετά αποστήθιζες και μετά έσκιζες τα γραπτά για να μη τα βρει κανένας. Η δικτατορία είχε κάνει μέχρι και εσένα να φοβηθείς.

Όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο αισθανόμουν δειλός. Ναι, ήμουν ένας δειλός, δεν έκανα κάτι για να αντισταθώ στα πτώματα και στους αγνοούμενους που θα ερχόντουσαν. Τι γκρίζο χρώμα είχε καταβάλει την καρδιά μου και συνειδητοποιούσα ότι μου έλειπαν τα άντερα να κάνω κάτι. Δείλιαζα, λούφαζα σαν μικρό παιδί στο σπίτι μου και άκουγα ένα κάρο απαγορεύσεις που καμία σχέση δεν είχαν με τη συνείδησή μου – και αυτό γιατί απλά ήμουν δειλός.

 

Το παιδί μας το γέννησες λίγο πριν ξεσπάσουν οι μεγάλες ταραχές και διαδηλώσεις στις πόλεις. Στην αρχή μού απέκρυψες ότι ήσουν έγκυος, ότι δεν είχες περίοδο. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως φοβόσουν ότι θα πανικοβληθώ. Αλλά μια κοιλιά που φουσκώνει δε μένει για πάντα μυστικό. Όταν πλέον ήμασταν σίγουροι για το ευτυχές συμβάν, πέταξα από τη χαρά μου και σου χάιδευα την κοιλιά με την ίδια τρυφερότητα που μιλούσα στα δέντρα μου. Μέσα σου είχες τον καρπό μας και αυτό ήταν ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί.

Αρχίσαμε σιγά σιγά να παραμελούμε τον αγαπημένο μας σκύλο, Πάμπλο, αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμετείχε κατά κάποιον τρόπο στο μυστήριο της αναμενόμενης γέννησης. Ήταν πιο ήσυχος από ποτέ και τα μάτια του στραμμένα πάντα πάνω σου, λες και ήξερε. Και άρχισα πάλι να ζηλεύω το σκυλί που έγινε η αιτία να είμαστε μαζί.

Όσο περνούσε ο καιρός, ξεχνάγαμε όλο και περισσότερο τη δικτατορία και επικεντρωνόμασταν στο ευτυχές γεγονός. Και, ως εκ θαύματος, τα συμπτώματα της αρρώστιας μου άρχισαν να υποχωρούν και ξανάρχισα να βλέπω τα χρώματα. Στην αρχή θολά, αλλά μέχρι να περάσουν οι εννιά μήνες εγώ έβλεπα πια πεντακάθαρα, τα χρώματα είχαν ξανάρθει στη ζωή μου και δεν έβλεπα πια λέξεις να ρέουν από εδώ και εκεί. Ήταν απίστευτο, αλλά η αρρώστια του σουρεαλισμού είχε φύγει μια για πάντα από τη ζωή μου. Ήμουν πια καλά, έτσι τουλάχιστον αφέθηκα να πιστεύω. Είχε μπει τόση ευτυχία στη ζωή μας, που δεν μπορούσα να φανταστώ ότι κάτι θα πήγαινε στραβά. Άμα δεις μια φορά τον ήλιο κατάματα, ξεχνάς όλα τα σκοτάδια του κόσμου. Και αυτή η μνήμη τι παιχνίδια μπορεί να σου παίξει…

Οι εννιά μήνες πέρασαν γρήγορα, με συναισθήματα ανάμικτα, αγωνία και χαρά. Εγώ όμως, παρόλο τον αναμενόμενο ερχομό του παιδιού μας και της θεραπείας μου από την αρρώστια, δεν έπαψα να είμαι δειλός. Αντίθετα, φοβόμουν όλο και περισσότερο. Άρχισα να φοβάμαι και τη σκιά μου και δε σε άφηνα πια να κατέβεις στο χωριό και κλειδαμπάρωνα όλο και συχνότερα τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτικού μας, ακόμα και όταν δεν είχε δύσει ο ήλιος. Ήθελα να ξορκίσω κάθε κακό που μπορούσε να μας βρει, γιατί δεν ξέρεις – ο διάολος έχει πολλά ποδάρια. Και έτσι ήταν όντως, το κακό δεν άργησε να συμβεί.

Εγώ είχα ξεχάσει πλέον τη δικτατορία, αλλά όχι και εσύ. Εσύ περίμενες καρτερικά να γεννήσεις για να κάνεις την επόμενη κίνησή σου και φαίνεται πως ήταν γραφτό να συμβεί έτσι, γιατί η γέννα συνέπεσε σχεδόν με το ξέσπασμα των μεγάλων διαδηλώσεων. Έφερες στο κόσμο ένα υγιέστατο αγοράκι που το αγκάλιασες με στοργή που δεν έχω ματαξαναδεί σε μάτια ανθρώπου και αφού σαράντισες μου το άφησες αμανάτι, ντύθηκες ένα λουλουδάτο φόρεμα, χτενίστηκες και έφυγες για την πρωτεύουσα. Ούτε καν τον αγαπημένο σου σκύλο δε χαιρέτησες, που είχε ρημάξει από τα αλυχτίσματα καθώς σε έβλεπε να απομακρύνεσαι από το σπίτι μας. Είχες ακούσει για τις μεγάλες διαδηλώσεις και θεωρούσες καθήκον σου να συμμετάσχεις και εσύ. Δεν μπορούσες να φανταστείς πως το παιδί σου θα μεγαλώσει σε μια δικτατορία, αλλά εγώ ήμουν δειλός και σε θεώρησα παρανοϊκή και δε σε ακολούθησα. Έμεινα πίσω να φροντίζω το παιδί μας, το σκύλο και τα δέντρα μας.

Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε γράμματα γεμάτα πόθο και νοσταλγία για τον έρωτά μας. Εσύ μου έλεγες για την πόλη που εγώ δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου και την βιαιότητα και το φόβο που επικρατούσε εκεί. Μου έγραφες επίσης συχνά πυκνά πως σου λείπουμε και εγώ σου έγραφα για τον έρωτά μας. Σου έγραφα πως μου λείπει το καυτό φιλί σου και τα υπέροχα μάτια σου. Σου έλεγα πως θα έρθει ο καιρός που θα δω πάλι όλα τα χρώματα να καθρεφτίζονται στα μάτια σου, αλλά η μοίρα είχε προδιαγράψει πως αυτό ήταν ψέμα.

Σταμάτησα να λαμβάνω τα γράμματά σου ένα μουντό φθινόπωρο που όλα τα φύλλα πάνω στα δέντρα ήταν πορτοκαλιά και κίτρινα. Άρχισα να ανησυχώ, αλλά ήμουν σίγουρος ότι ζεις. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί, δεν ήξερα αν απλώς φοβόσουν να γράψεις ή σε είχαν συλλάβει οι φασιστικές δυνάμεις και άρχισα να φοβάμαι πιο πολύ και να κατηγορώ τον εαυτό μου γιατί ήμουν δειλός. Αν είχα έρθει μαζί σου, τώρα θα ήξερα, θα άκουγα τη μελωδική φωνή σου και θα μπορούσα να σου κρατώ το χέρι σαν ερωτευμένο μαθητούδι.

Οι πρώτες πληροφορίες για την εξαφάνιση ατόμων που εμπλέκονταν στις διαδηλώσεις άργησαν να φτάσουν στο χωριό μας. Αλλά αυτή η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία πάνω στην καρδιά μου. Φρόντιζα το παιδί μας και σκεφτόμουν εσένα. Αν είχες πάθει κάτι, πώς θα μεγάλωνε ο γιός μας δίχως μάνα; Έδιωχνα τις κακές σκέψεις και προσπαθούσα να φανταστώ τη μέρα που θα γύρναγες πίσω. Θα έτρεχες σε έναν αγρό με ανοιχτά τα χέρια έτοιμη να με αγκαλιάσεις και εγώ θα σε σήκωνα με όλη μου τη δύναμη στον αέρα.

Αυτές οι σκέψεις ήταν οι ελπίδες μου όλες, αλλά η δικτατορία είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να εξατμίζει όλα τα όνειρα και τις ελπίδες σου. Και ήρθε εκείνο  το καταραμένο το βράδυ με το χειρότερο όνειρο που είδα στη ζωή μου. Ονειρεύτηκα ότι σε τραβούσαν μέσα σε ένα αεροπλάνο ενώ εσύ αντιστεκόσουν βρίζοντας, φτύνοντας και βλαστημώντας τους στρατιώτες, αλλά στο τέλος σε πέταγαν στο κενό, πάνω από τα βαθιά νερά του Ατλαντικού. Και να σου η επόμενη, η γαμημένη η μέρα. Ήρθε να επιβεβαιώσει το όνειρο. Σε μια εφημερίδα είχε γραφτεί πως το καθεστώς πετούσε από αεροπλάνα τους αντιστασιακούς που είχε συλλάβει. Δεν ήξερα τι να κάνω, να πιστέψω το όνειρο και να φτιάξω έναν τάφο ή να συνεχίσω να περιμένω καρτερικά; Τελικά συνέχισα να περιμένω καρτερικά για πολύ καιρό ακόμα.

 

Το σκύλο μας τον έλεγαν Πάμπλο, αλλά δεν περίμενα ποτέ πως θα με ρώταγε ένας στρατιώτης για το όνομά του.

– Το σκύλο που κρατάς, τον λένε Πάμπλο; με ρώτησε.

– Ναι, του είπα.

– Σαν αυτόν τον ποιητή, τον κομμουνιστή, τον πουτάνας γιο;

Δεν απάντησα, δείλιασα, φοβήθηκα, πήρα το σκύλο και έφυγα μακριά. Όταν γύρισα στο σπίτι κρύος ιδρώτας έλουζε το μέτωπό μου. Δεν περίμενα ποτέ πως κάποιος θα είχε πρόβλημα με το σκύλο και ούτε περίμενα πως τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν θα συνέβαιναν λίγο πριν ξεθωριάσει τελείως το φασιστικό καθεστώς. Αλλά πριν το τέλος τους είναι που λυσσάνε χειρότερα τα θηρία.

Σταμάτησα να παίρνω το σκύλο μαζί μου στο χωριό από φόβο μη μου ξαναπεί κανένας στρατιωτικός τίποτα. Είχα κουραστεί να σε περιμένω και αν πάθαινε τίποτα ο σκύλος ή το παιδί μας θα τρελαινόμουν μια για πάντα. Μα όσα μέτρα και να πήρα, ακόμα και όταν πίστεψα πως το όλο συμβάν ήταν μια κακή σύμπτωση και το θεώρησα λήξαν, η μοίρα καρτερούσε με το πελέκι της για να κόψει κάθε ελπίδα που είχε απομείνει μέσα μου.

Ήταν νύχτα, εγώ κοιμόμουν, ο σκύλος κοιμόταν και η πλάση ήταν πιο ήσυχη από ποτέ. Και εκεί στο σκοτάδι με ξύπνησε το μπαμ μιας σφαίρας που διαπέρασε για τα καλά τα αυτιά μου. Σηκώθηκα πανικόβλητος και βγήκα στην αυλή μας. Βρήκα τον Πάμπλο με μια τρύπα στο κεφάλι, ακίνητο μέσα σε μια λίμνη αίματος, δεν είδα κανέναν γύρω μου, και άρχισα να ουρλιάζω σαν τρελός κάτω από το πέπλο της νύχτας και την ερημιά που υπήρχε γύρω μου. Ούρλιαζα και άφηνα τα δάκρυά μου να κυλήσουν καυτά από τα κατακόκκινα μάτια μου που ήταν γεμάτα οργή, και σταμάτησα μόνο όταν σκέφτηκα ότι θα είχα τρομάξει το παιδί μας με τις φωνές μου.

Πήρα ένα φτυάρι και άρχισα να σκάβω το λάκκο που θα έθαβα το Πάμπλο – και σκάβοντας βρήκα το μπαούλο με τα βιβλία που είχες θάψει εσύ κάποτε εκεί. Το έβγαλα και έχωσα μέσα τον Πάμπλο και μετά τον σκέπασα με το χώμα.

Αποφάσισα να βγάλω όλα τα βιβλία και να τα βάλω φάτσα κάρτα στη βιβλιοθήκη μας. Θα έπαυα να είμαι δειλός· και όταν το είπα αυτό μέσα μου και το πίστεψα, είπα ότι την άλλη μέρα θα πήγαινα να βρω το στρατιώτη και θα του ζητούσα το λόγο – όχι, δε θα του ζητούσα το λόγο, απλά θα του ‘δινα στο χέρι να φάει τα άντερά του. Αλλά –ειρωνεία της ζωής– εκεί που έπαψα να είμαι δειλός, εκεί άλλαξαν όλα. Την άλλη μέρα που πήγα στο χωριό παντού κυμάτιζαν σημαίες της ελευθερίας και δεν άργησα να πληροφορηθώ πως το καθεστώς είχε πέσει και ότι οι στρατιωτικοί είχαν τραπεί σε φυγή μέσα στο βράδυ· ένα βράδυ όμως που δε δίστασαν τα ρεμάλια να σκοτώσουν έναν σκύλο, μόνο και μόνο επειδή έφερε το όνομα του πιο διάσημου ποιητή μας.

Στην αρχή χάρηκα με τα νέα, αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάτι έλειπε, και αυτό ήσουν εσύ. Το καθεστώς είχε πέσει και έπρεπε να είχες γυρίσει, σε περίμενα καρτερικά τόσο καιρό, αλλά δεν ήσουν εδώ. Αποφάσισα να περιμένω λίγες ακόμη μέρες, αλλά εσύ δε φάνηκες πουθενά. Η σιωπή στο σπίτι με σκότωνε. Ούτε το γάβγισμα του σκύλου μας, ούτε η χαρωπή φωνή σου ακούγονταν πουθενά. Το μόνο που έσπαζε τη σιωπή ήταν το κλάμα και το γέλιο του παιδιού μας. Ήταν και το μόνο που με κράταγε στη ζωή.

Όταν το πήρα πια απόφαση ότι δε θα γυρίσεις, ότι δε θα ξαναδώ όλα τα χρώματα του κόσμου να καθρεφτίζονται στα μάτια σου, πήρα τέσσερα ξύλα και έκανα δυο σταυρούς, εκεί που είχα θάψει το σκύλο μας. Στον έναν έγραφε Πάμπλο και στον άλλον Σελήνη. Και τότε ήταν που άρχισε να με τυραννάει μια άλλη αρρώστια, διαφορετική αυτή τη φορά από την προηγούμενη.

 

Έχουν περάσει χρόνια από το θάνατό σου, το παιδί μας μεγάλωσε και δε ζει πλέον μαζί μου και εγώ είμαι ένας υπερήλικας. Διαβάζω κάθε μέρα την ποιητική συλλογή που αγόρασα μετά, αφότου συνειδητοποίησα πως είσαι νεκρή. Τη διαβάζω κάθε μέρα όχι μόνο για να σε θυμάμαι, αλλά κυριολεκτικά για να μην ξεχνάω. Γιατί από τότε που συνέβησαν όλα αυτά, άρχισα να ξεχνάω, να ξεχνάω λέξεις. Εκεί που είναι στο μυαλό μου, εκεί ξαφνικά φεύγουν και –ποιος ξέρει;– μπορεί να ξαναρθούν έτσι ξαφνικά όπως έφυγαν ή μπορεί να μην τις θυμηθώ ποτέ. Για παράδειγμα, εδώ και χρόνια δυσκολεύομαι να θυμηθώ πώς λένε αυτό το έντομο με τα σαράντα πόδια και το δυστύχημα είναι ότι δεν πρόλαβα να το σημειώσω στο τετράδιο, γιατί έχω πάντα μαζί μου ένα τετράδιο που σημειώνω λέξεις που πιθανόν θα ξεχάσω. Εκεί μέσα βάζω τη μνήμη μου και είναι άπειρες οι λέξεις που έχω σημειώσει. Καμιά φορά θυμίζει λεξικό. Αλλά υπάρχει μια λέξη που φοβάμαι κάθε μέρα πως θα την ξεχάσω. Για να είμαι ειλικρινής, αυτός είναι ο μεγαλύτερός μου φόβος και γι’ αυτό τη γράφω κάθε μέρα από την αρχή, σε κάθε καινούργια σελίδα του τετραδίου. Θέλω να είναι η τελευταία λέξη που θα πω πριν ξεψυχήσω, γιατί πλέον το τέλος είναι κοντά και εύχομαι να την ακούσεις από εδώ κάτω, πριν φύγω για το στερνό ταξίδι του παραδείσου. «Σ’ αγαπώ».

 

«Η Τελευταία Λέξη» του Μάνου Τσεμπερλή
4.7 (93.33%) 12 votes

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

«Αντιγόνη» του Μάνου Τσεμπερλή

«Αντιγόνη» του Μάνου Τσεμπερλή

Γραφή δεν έχει η πέτρα Διάλυσις συντελείται τη μέρα Ωσάν το πέρασμα του νόμου κλειστεί Της Αντιγόνης μην αψηφάς τη ...