Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Ταυτότητα ΙΙΙ» του Μάνου Τσεμπερλή
«Ταυτότητα ΙΙΙ» του Μάνου Τσεμπερλή

«Ταυτότητα ΙΙΙ» του Μάνου Τσεμπερλή

Είναι νύχτες που τα άστρα αφήνουν τον ουρανό και πέφτουν πάνω στη γη. Αυτές τις νύχτες είχε ονειρευτεί και αγαπήσει η Ιωάννα. Ονειρευόταν να βγει από το σπίτι της, να πάει στην παραδίπλα πεδιάδα και να κάτσει να χαζέψει τις φωτεινές ουρές των άστρων να διασχίζουν τον νυχτερινό ουρανό. Αλλά ο μύθος που κυκλοφορούσε για αυτές τις νύχτες ήταν τρομερός και κανείς δεν τολμούσε να ξεστρατίσει από το σπίτι του τις νύχτες που έρχονταν τα πεφταστέρια. Έλεγαν πως, αν τα άστρα που έλκει η γη δουν έναν άνθρωπο, τον χτυπούν και τον αλλάζουν μια για πάντα.

Όμως η Ιωάννα δε φοβόταν και ήταν αποφασισμένη ότι μια μέρα θα το τολμούσε και θα έβγαινε στην ύπαιθρο, να δει έξω από το σπίτι της τα άστρα να πέφτουν πάνω στη γη – και ίσως, αν ήταν τυχερή, να μπορούσε και να τα αγγίξει. Τα χρόνια που είχαν περάσει την είχαν γεμίσει δυστυχία, καθώς δεν είχε αποκτήσει ακόμα παιδιά και το φως των άστρων ήταν η μόνη της παρηγοριά.

Έτσι, μια νύχτα που άρχισε πάλι να βρέχει άστρα, το πήρε απόφαση να βγει έξω, αλλά η φίλη της η Μαρία προσπάθησε να την προειδοποιήσει για το μύθο. Της είπε ότι θα έπεφταν πάνω της, θα την άλλαζαν, θα άρχιζε να ξεχνάει και στο τέλος θα έχανε την ίδια της την ταυτότητα. «Δε με νοιάζει» της απάντησε και βγήκε έξω. Περπάτησε ως την πεδιάδα και στάθηκε στο κέντρο της εκστασιασμένη, κοιτώντας τα άστρα να πέφτουν τριγύρω της. Δυο άστρα έπεσαν πάνω της και τότε αυτή αισθάνθηκε πιο ανάλαφρη, σαν να ξεχνούσε τους καημούς της. Όταν γύρισε σπίτι, δεν είπε σε κανέναν τίποτα, δεν τόλμησε να πει σε κανέναν για τα άστρα που είχαν πέσει πάνω της. Αλλά όλοι τη κοίταζαν παράξενα και σιωπή είχε απλωθεί σε ολόκληρο το σπίτι.

Μέσα της αισθανόταν περίεργα, νόμιζε πως είχε ακούσει τα άστρα να της ψιθυρίζουν. Μα πώς ήταν δυνατόν, τα άστρα δεν ψιθυρίζουν… Και όμως, τα είχε ακούσει πολύ καλά να λένε «πάρε μας μαζί σου». Και ένιωθε μια βαθιά ανάγκη να το κάνει. Περίμενε λοιπόν πώς και πώς να έρθει η επόμενη βροχή από άστρα για να αρχίσει να τα μαζεύει.

Έτσι και έγινε. Δεν άργησε να ξεκινήσει να βρέχει πάλι άστρα. Η Ιωάννα πήρε μια τσάντα μαζί της, για να μαζέψει όσα άστρα μπορούσε. Στην πεδιάδα άρχισαν να πέφτουν πάνω της και τα μάζευε· μα όσο τα μάζευε, ξέχασε το δρόμο για το σπίτι της και δεν μπορούσε πια να γυρίσει πίσω. Έτσι, ξάπλωσε και περίμενε να ξαναρχίσει να βρέχει άστρα. Και τα βράδια και οι μέρες πέρασαν χωρίς να γίνει τίποτα, αλλά εκείνη περίμενε υπομονετικά. Και να σου που ήρθε μια νυχτιά, που γέμισε με άπειρα άστρα ο ουρανός και άφησαν πάλι τα αγκίστρια του ουρανού για να πέσουν στη γη. Η Ιωάννα άρχισε πάλι να μαζεύει, αλλά για κάθε άστρο που μάζευε κάτι ξεχνούσε. Στην αρχή ξέχασε την οικογένειά της, μετά τους φίλους της, μετά το χωριό της, το σπίτι της και στο τέλος άρχισε να ξεχνάει το όνομά της, ώσπου ξέχασε πραγματικά ποια ήταν· είχε ξεχάσει την ίδια της την ταυτότητα. Το καλό, πάντως, ήταν πως η τσάντα είχε γεμίσει άστρα.

Έτσι η ηρωίδα μας είχε μείνει τελείως ολομόναχη, με μια τσάντα άστρα να περιπλανιέται στην ύπαιθρο, καθώς δεν θυμόταν πού να πάει. Οι μέρες περνούσαν και ο καιρός είχε αρχίσει να αγριεύει και οι νύχτες γίνονταν όλο και πιο σκοτεινές, ώσπου μια μέρα που άρχισε πραγματικά να φοβάται, τα άστρα τής ψιθύρισαν να τα βγάλει έξω από τη τσάντα. Αυτή άρχισε να το κάνει – και λες και είχαν πέσει ξόρκια, εκείνη τη νύχτα άρχισε το ένα άστρο να πηγαίνει πάνω στο άλλο, και μετά το επόμενο πάνω στο άλλο, όπου στο τέλος σχημάτισαν ένα μικρό αγόρι. Τότε όλα τα άστρα μαζί τής ψιθύρισαν «χάιδεψέ μας» και η Ιωάννα το έκανε. Και τότε το αγόρι έλαμψε τόσο πολύ, που τα άστρα άρχισαν να γυρνούν πίσω στον ουρανό ώσπου δεν έμεινε ούτε ένα. Τώρα ήταν η ηρωίδα μας με το μικρό παιδί, ακίνητοι, να κοιτούν ο ένας τον άλλον. Και κάποια στιγμή η Ιωάννα κοίταξε τα μάτια του μικρού παιδιού που άστραφταν και είδε εκεί μέσα να αντανακλώνται όλα· οι κρυφοί της καημοί, οι φίλοι της, το σπίτι της, τα όνειρά της, η οικογένειά της, το όνομά της, η ταυτότητά της – γιατί σε αυτό το παιδί αναγνώριζε τον εαυτό της. Και τότε συνειδητοποίησε πως τα ομορφότερα άστρα είναι τα μάτια ενός μικρού παιδιού.

Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

 

«Ταυτότητα ΙΙΙ» του Μάνου Τσεμπερλή
5 (100%) 4 votes

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

«Συναντώντας τον George Bernard Shaw» του Μάνου Τσεμπερλή

«Συναντώντας τον George Bernard Shaw» του Μάνου Τσεμπερλή

Εδώ και χρόνια ψάχνω να βρω το όνομά μου. Έχω βέβαια όνομα, με λένε Μοχάντας, αλλά ποιο είναι το όνομα της ψυχής μου; Γιατί αυτό είναι το σημαντικό, ποιος είμαι στην πραγματικότητα. Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα, αλλά έχω ξεκινήσει ένα ταξίδι που θα μου δώσει την απάντηση.