Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Μια άλλη ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή
«Μια άλλη ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

«Μια άλλη ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

Τα όνειρα της Κατερίνας ήρθαν απότομα, σαν τον χειμωνιάτικο αγέρα το καλοκαίρι, και άρχισαν σιγά σιγά να περονιάζουν την καρδιά της. Όλα ξεκίνησαν τη μέρα που αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της. Δε θυμόταν τι φορούσε, δε θυμόταν καλά καλά αν είχε βάλει εσώρουχα μέσα από τα ρούχα της. Είχε αποκτήσει τη συνήθεια καμιά φορά να μη φοράει τα εσώρουχά της και να φαντάζεται ηδονικά πως κάποιος άντρας χάζευε τη γύμνια και την προστυχιά της. Η συνήθεια αυτή δεν ήρθε ξαφνικά, ήταν απόρροια μιας χρόνιας μοναξιάς που κατέληξε σε μια νευρική κρίση. Ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια να κάνει κάποιο αρσενικό να την προσεγγίσει. Και τότε άρχισαν τα όνειρα.

Μαζί με τα όνειρα ήρθαν και οι πρώτες ζέστες, ανυπόφορες και πιο καυτές και από τον ήλιο. Δεν ήταν τυχαίο σημάδι οι ζέστες. Η Κατερίνα δεν άντεχε καθόλου τη ζέστη. Ένιωθε σαν να βρίσκεται σε φυλακή και μισούσε φυσικά τον ιδρώτα πάνω της. Την έκανε να νιώθει βρωμιάρα. Αλλά οι ζέστες έμελλε να κρατήσουν, μέχρι που η ηρωίδα μας θα ανακάλυπτε όλη την αλήθεια γύρω από τα όνειρά της και τα άλλα συμπτώματα που θα ακολουθούσαν.

Το πρώτο όνειρο ήταν ένα χέρι με μια βέρα στο δάχτυλο. Η βέρα ήταν από ατόφιο χρυσάφι και έλαμπε τόσο πολύ, που η Κατερίνα ξύπνησε τρομαγμένη από το βαθύ της ύπνο. Είχε την αίσθηση ότι είχε ξαναδεί αυτήν τη βέρα, αλλά δε θυμόταν πού. Και αυτό το χέρι τής ήταν τόσο οικείο, αλλά η μνήμη της ήταν τόσο παλιά, που όσο και να έσκαβε τα πιο απρόσιτα μονοπάτια του νου της, πάλι δεν μπορούσε να θυμηθεί την προέλευσή της.

Το δεύτερο όνειρο ήρθε ακριβώς την επόμενη μέρα. Ήταν η ίδια βέρα και από μέσα έγραφε το όνομά της. Αν και δεν είχε παντρευτεί ποτέ της και η μοναξίά της είχε διαρκέσει άπειρα καλοκαίρια, θα ορκιζόταν πως αυτή η βέρα ήταν ολότελα αληθινή. Εκείνη την ημέρα δεν έφαγε τίποτα, άφησε τη ζέστη να κάνει την καρδιά της να χτυπάει και τα όνειρά της, το μυαλό της να τρίζει.

Το ίδιο όνειρο με τη βέρα συνεχίστηκε για έναν περίπου μήνα. Μετά από ένα σημείο, η Κατερίνα άρχισε να προσπαθεί να διώξει μακριά τα όνειρά της. Είχε καταντήσει μια ενοχλητική ρουτίνα το να βλέπει στον ύπνο της αυτή τη βέρα. Της υπενθύμιζε πως ακόμη σε αυτή την ηλικία δεν είχε καταφέρει να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Στην αρχή μείωσε τον ύπνο της, αλλά η βέρα στα όνειρα έμενε μπάστακας. Μετά προσπάθησε με διαλογισμό, αλλά τίποτα· και έτσι αποφάσισε να αρχίσει τις βόλτες στην πόλη, μήπως και καταφέρει να ξεφύγει από τους προσωπικούς της δαίμονες, που ξαφνικά είχαν καταλάβει τα τόσο τρυφερά βράδια της.

Μια μέρα, λοιπόν, ενώ έκανε τη συνηθισμένη βόλτα της στην πόλη κάτω από μια αφόρητη ζέστη ενός αμείλικτου ήλιου που δεν έλεγε να σταματήσει, ήταν που είδε για πρώτη της φορά ένα σπίτι διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ήταν μια μονοκατοικία με ένα μεγάλο κήπο γεμάτο γιασεμιά. Μόλις αντίκρισε το σπίτι, είχε μια παράξενη αίσθηση ότι το έχει ξαναδεί, ότι είχε ξαναπεράσει από εκεί πριν από λίγο. Ένα πράγμα σαν ντεζαβού.

Από εκείνη τη μέρα και πέρα δεν παρέλειπε να περνάει μπροστά από το σπίτι, κάθε φορά που έκανε τη βόλτα της. Το παράξενο με αυτό το σπίτι ήταν πως, αν και η αυλή του ήταν τόσο περιποιημένη, δεν φαινόταν να υπάρχει άλλο ίχνος ζωής. Όσες φορές και αν πέρασε από εκεί δεν είδε ούτε έναν άνθρωπο, δεν άκουσε ούτε καν έναν ψίθυρο. Αλλά κάτι της έλεγε πως αυτό το σπίτι είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτήν. Και μετά από αυτό το κάτι, ήρθαν πάλι τα όνειρα. Αυτή τη φορά άρχισε να ονειρεύεται αυτό το σπίτι, όχι έρημο, αλλά με την παρουσία ενός πολύ όμορφου άντρα.

Ναι, αυτός ο άντρας θα μπορούσε να είναι κυριολεκτικά ο άντρας των ονείρων της. Τον ονειρευόταν πια συνεχώς. Άρχισε να φαντάζεται πως της κάνει έρωτα μέσα σε αυτό το άγνωστο σπίτι, το τριγυρισμένο από τα τόσα γιασεμιά. Και ήταν τόσο έντονα τα όνειρα, που ένα βράδυ δεν άντεξε και ξύπνησε καταϊδρωμένη – όχι λόγω της ζέστης, αλλά από την αίσθηση ότι είχε κάνει παθιασμένο και έντονο έρωτα. Όταν άγγιξε την ήβη της λόγω της διέγερσης που ένιωθε, συνειδητοποίησε πως ήταν γεμάτη υγρά, και αυτά ήταν τα δικά της υγρά που είχε να τα νιώσει ανάμεσα στα πόδια της εδώ και κάτι χρόνια.

Μια μέρα, εκεί που περπατούσε, ξαναείχε αυτή την αίσθηση του ντεζαβού. Συνέβη μόλις είδε την πλάτη ενός άντρα. Είχε την αίσθηση ότι είχε ξαναδεί πριν από λίγο αυτή την πλάτη. Έτσι, αποφάσισε να τον ακολουθήσει στα άγνωστα σοκάκια της πόλης και –ως εκ θαύματος– την οδήγησε σε αυτό το σπίτι, το περιτριγυρισμένο από γιασεμιά. Δεν μπόρεσε να δει το πρόσωπό του παρά μόνο λίγο προτού μπει μέσα στο σπίτι. Ω, ναι, αυτός ήταν ο άντρας των ονείρων της! Ήταν φανερό πλέον πως εδώ συνέβαινε κάτι πολύ παράξενο, που την τρόμαζε και ταυτόχρονα τη γοήτευε. Ποιος ήταν αυτός ο μυστήριος άντρας και γιατί τον έβλεπε στα όνειρά της;

Ήταν αναστατωμένη. Όταν γύρισε στο σπίτι της, αναρωτιόταν τι έπρεπε να κάνει. Οι αισθήσεις της είχαν διεγερθεί. Μπορούσαν τα όνειρά της να της έδειχναν ένα δρόμο, να της έλεγαν ένα μήνυμα για τη ζωή της; Για να δώσει απαντήσεις, έπρεπε να τολμήσει να γνωρίσει αυτόν τον άγνωστο. Πώς θα το έκανε αυτό; Ποτέ της δεν είχε πάει στο παρελθόν να μιλήσει σε έναν άγνωστο. Φοβόταν, αλλά ήταν πολύ περιέργη γι’ αυτόν. Έτσι, τελικά πήρε την απόφαση να πάει να τον γνωρίσει.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αγοράσει μια ανθοδέσμη. Μετά, στήθηκε έξω από το σπίτι του. Τον περίμενε για ώρα και, όταν τον είδε, του είπε ξερά πως είναι ο άντρας των ονείρων της και πως είναι τρελά ερωτευμένη μαζί του. Αυτός την κοίταξε καλά καλά από πάνω μέχρι κάτω και της είπε «θέλεις να περάσεις μέσα;» – κάτι που δεν το περίμενε καθόλου. Τον κοίταξε λίγο σαστισμένη και μετά πέρασε το κατώφλι του σπιτιού μαζί του. Αφού κάθησαν και ήπιαν λίγο κρασί χωρίς να μιλήσουν, του εξήγησε τα πάντα για τα όνειρά της. Άρχισαν να μιλούν και, χωρίς να καταλάβουν πώς πέρασε η ώρα, βρέθηκαν στην κρεβατοκάμαρά του να κάνουν έρωτα. Και πράγματι, όλα ήταν όπως στα όνειρά της: το σπίτι, τα δωμάτια και αυτός ο απίστευτος άντρας, που της έκανε καλύτερο έρωτα από ό,τι είχε φανταστεί στον ύπνο της.

Άρχισαν να συναντιούνται συχνά και να μιλάνε για τα πάντα, για την πολιτική, τον έρωτα, τη φύση, τα παιδιά, την τηλεόραση και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Δεν παρέλειπαν να κάνουν και συχνά πυκνά έρωτα. Πότε στην κουζίνα, πότε στο σαλόνι, πότε στην κρεβατοκάμαρα και πότε στο μπάνιο. Η Κατερίνα ένιωθε απόλυτα ευτυχισμένη, γιατί οι μήνες περνούσαν και είχε όσα ήθελε από τη ζωή της. Μόνο αυτή η καταραμένη ζέστη που δεν έλεγε να σταματήσει την τρόμαζε λίγο, αλλά τι σημασία είχε; Όλα ήταν καλά…

Ώσπου μια μέρα όλα άλλαξαν. Ένα ρίγος άρχισε να διαπερνάει το δέρμα της και, παρά τη ζέστη, άρχισε να κρυώνει. Ξαφνικά ήρθε ένα νέο όνειρο, ένα μεγάλο μαχαίρι. Τι μπορεί να σήμαινε αυτό το μαχαίρι; Δεν το είχε ξαναδεί στη ζωή της. Η όψη του την τρόμαζε. Θυμήθηκε τον Καββαδία, που έλεγε για ένα μαχαίρι που μπορείς να το στρέψεις στον εαυτό σου. Και μαζί με το μαχαίρι ήρθαν τα όνειρα με τα αίματα, τα δικά της αίματα. Άρχισε να ψάχνει παντού γι’ αυτό το μαχαίρι, αλλά πουθενά. Στο τέλος της έγινε έμμονη ιδέα. Τα αίματα στα όνειρα ήταν δικά της και φοβόταν να πεθάνει· ήταν ακόμα τόσο νέα! Άλλά το μαχαίρι ήταν άφαντο, υπήρχε μόνο στα όνειρά της. Μίλησε στον άντρα των ονείρων της γι’ αυτό το μαχαίρι και αυτός την καθυσήχασε, λέγοντάς της πως είναι απλά όνειρα ή μάλλον εφιάλτες, που δεν πρέπει να τους δίνει σημασία.

Τα λόγια του όμως δεν ήταν αρκετά για να την ηρεμήσουν. Ο πανικός της ήταν τόσο μεγάλος, ώσπου μια μέρα αποφάσισε να πάει σε ένα μελλοντολόγο να της ερμηνεύσει τα όνειρα. Του μίλησε για όλα· από τα πρώτα όνειρα, τα ντεζαβού μέχρι και τις τελευταίες εξελίξεις στη ζωή της. Έσκασε διακόσια ευρώ για μια ερμηνεία και μια πρόβλεψη. Εκείνος την άκουσε προσεκτικά χωρίς να μιλήσει, μετά αυτοσυγκεντρώθηκε και στο τέλος της είπε πως έπρεπε να χωρίσει τον άντρα των ονείρων της, γιατί θα τη σκότωνε με αυτό το μαχαίρι.

Η Κατερίνα ήταν απαρηγόρητη και μια βαριά σκιά είχε πέσει πάνω της. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση γρήγορα, πολύ γρήγορα. Αλλά αυτός ο άντρας δεν της είχε δώσει δικαιώματα και ούτε είχε βρει το μαχαίρι στο σπίτι με γιασεμιά, καθώς δεν παρέλειψε να το κάνει διακριτικά φύλλο και φτερό.

Η Κατερίνα δεν ήταν ένας άνθρωπος που έπαιρνε ρίσκα. Ήδη είχε ρισκάρει να γνωρίσει έναν άγνωστο, δε θα ρίσκαρε και τη ζωή της. Έτσι πήρε γρήγορα μια απόφαση. Άφησε το σπίτι όπου έμενε, άλλαξε αριθμό στο κινητό και δεν ξαναπέρασε από το σπίτι με τα γιασεμιά. Με απλά λόγια, εξαφανίστηκε και στο τέλος δεν επέλεξε μια άλλη ζωή με τον άντρα των ονείρων της, καθώς όλα έδειχναν πως ο μελλοντολόγος είχε δίκιο. Στο κάτω κάτω και η μοναξιά καλή είναι… Δεν αξίζει να κάνεις έρωτα και να γίνεσαι μούσκεμα από την αφόρητη ζέστη και να νιώθεις βρωμιάρα…

 

«Μια άλλη ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή
5 (100%) 1 vote

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

«Χίλιες Φορές» του Μάνου Τσεμπερλή

«Χίλιες Φορές» του Μάνου Τσεμπερλή

Μες στου λυχναριού την κάπνα, μες στην πλεκτή κουρτίνα μες σε φύλλα ελιάς τρεμάμενα και ενός καλαμιού το λύγισμα αντίκρισα ...