Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Ο Ιός» του Μάνου Τσεμπερλή

«Ο Ιός» του Μάνου Τσεμπερλή

«Ο Ιός» του Μάνου Τσεμπερλή

Όλα ξεκίνησαν μια μέρα που δεν το περιμέναμε. Είχε ήλιο και δροσερό αεράκι. Ο περισσότερος κόσμος ήταν στις δουλειές του. Εγώ και η παρέα μου απολαμβάναμε έναν καφέ, όταν ακούσαμε στις ειδήσεις για τον πρώτο νεκρό. Οι φήμες διαδόθηκαν γρήγορα και έφτασε στα αυτιά μας πριν καλά καλά το καταλάβουμε, ότι η αρρώστια τού ρούφηξε την αναπνοή από τα πνευμόνια όπως η φωτιά ρουφάει το οξυγόνο, μα δε δώσαμε την πρέπουσα προσοχή.

Η αρρώστια, όμως, δεν έμελλε να μείνει στον έναν νεκρό. Θα εξαπλωνόταν – και μάλιστα με μεγαλύτερες ταχύτητες από όσο μπορούσαμε να φανταστούμε. Έτσι, οι ειδήσεις για νεκρούς πολλαπλασιάστηκαν, λες και μια απροσδιόριστη κατάρα είχε πέσει πάνω στα κεφάλια μας. Και το ίδιο ξαφνικά με τον πρώτο θάνατο, οι επιστήμονες άρχισαν να μιλούν για ένα νέο ιό και κάπου στο βάθος του βλέμματός τους διέκρινες το φόβο που προκαλούσε η άγνοιά τους για αυτή τη νέα απειλή. Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, μια νέα απειλή εμπρός στην οποία ήμασταν άοπλοι. Όχι, αυτή η αρρώστια δεν είχε βγει από κάποιο βιβλίο του Ζοσέ Σαραμάγκου. Ήταν αληθινή και μας απειλούσε όλους.

Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν η αρρώστια και ο ιός που μας θέριζε κατα εκατοντάδες, αλλά αυτή η ίδια η ελπίδα που φάνταζε να εξαφανίζεται σαν μια μοίρα που δεν έμελλε να γνωρίσουμε. Βάλαμε μάσκες και γάντια και αρχίσαμε να αδειάζουμε τα σούπερ μάρκετ μέχρι που και τα τρόφιμα έγιναν ανύπαρκτα· και όσοι δεν πεθαίναμε από την αρρώστια, ξοφλούσαμε από την πείνα. Σε τέτοιες συνθήκες, πού να κοιτάξεις για ελπίδα;

Και, όμως, υπήρχε ένας τύπος που τα μάτια του γυάλιζαν, που εδώ και χρόνια τον είχαμε για τρελό και που άρχισε να φωνάζει την ίδια μέρα με τον πρώτο νεκρό, πως υπάρχει ελπίδα. «Υπάρχει ελπίδα» φώναζε και ξαναφώναζε παντού. Στην αρχή οι φωνές του δε με ενοχλούσαν, μα όσο έβλεπα τους συνανθρώπους μου να πεθαίνουν και τον κίνδυνο να πλησιάζει απειλητικά, ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα μου. Και όσο άλλαζε αυτό μέσα μου τόσο πιο πολύ με ενοχλούσαν οι φωνές του πως υπάρχει ελπίδα.

Αφού πέρασαν οι μήνες και είχαμε νοσήσει όλοι, ήξερα πολύ καλά πως δεν υπάρχει ελπίδα. Η πλάκα ήταν πως ο μόνος που δεν είχε αρρωστήσει ήταν αυτός ο τρελός. Όλοι μας ξέραμε πως θα πεθάνουμε και ο μόνος που θα ζούσε ήταν αυτός ο τρελός, που μας πούλαγε από μια μέρα και μετά ατελείωτη ελπίδα.

Και τότε το αποφάσισα. Δεν άντεχα να ακούω άλλο τις φωνές του. «Αφού θα πεθάνουμε, καθίκι, θα φροντίσουμε εσύ να μη γλιτώσεις». Έτσι είπα από μέσα μου και έτσι έκανα. Πήρα ένα μπουκάλι με βενζίνη και μια μέρα, εκεί που φώναζε, τον περιέλουσα και του έβαλα φωτιά. Όμως αυτός συνέχιζε να φωνάζει «υπάρχει ελπίδα», μέχρι που έμειναν μόνο αποκαΐδια. Η ανακούφιση που ένιωσα όταν σταμάτησε η φωνή του δε λέγεται. Αυτό το ψέμα, αυτός ο παρολογισμός είχε επιτέλους σταματήσει.

Καθώς πέρασαν οι μέρες, ωστόσο, οι φωνές του επέστρεψαν μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά αυτό  δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που θα ακολουθούσε. Η αρρώστια είχε προχωρήσει και είχε αρχίσει να ρουφάει την ανάσα μου μέσα από τα πνευμόνια μου, όταν μια μέρα εμφανίστηκε ένας νεαρός επιστήμονας που ήθελε να δει τον τρελό, αυτόν τον τύπο που φώναζε για ελπίδα, αυτόν που δεν είχε νοσήσει, αυτό το καθίκι! Ήθελε να τον δει, γιατί είχε σκεφτεί πως αν του έπαιρναν λίγο αίμα –όχι πολύ– ήταν πολύ πιθανόν να έβρισκαν το λόγο που δε νοσούσε, και αυτό πιθανόν να οδηγούσε σε φάρμακο και θεραπεία.

Τα σκέφτηκα όλα, από την πρώτη ημέρα που ξέσπασε η πανδημία μέχρι την ημέρα που σκότωσα τον τρελό. Έφτυσα λίγο αίμα με τις λιγοστές ανάσες που μου είχαν μείνει και το μόνο που σκέφτηκα ήταν «Υπάρχει ελπίδα;».

 

Photo by 🇨🇭 Claudio Schwarz | @purzlbaum on Unsplash

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

«Χαμένα όνειρα» του Μάνου Τσεμπερλή

Photo by Ryan Tauss on Unsplash Άθλια τα σπίτια Άθλια τα σοκάκια Φρούριο η καρδιά Σε τούτη τη γειτονιά Οι ...