Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΤΡΟΠΕΣ / «Ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

«Ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

«Ζωή» του Μάνου Τσεμπερλή

Ξερά κλαδιά, ξερά κορμιά
και μια αλμύρα κατατρέχει την καρδιά μας
Έμαθα να αγαπώ τον ορίζοντα
με έναν ήλιο να ανατέλλει εκεί
που η νύχτα αποθέτει τα στερνά
Οι αχινοί κατάμαυροι, ριζωμένοι στα βράχια
νιώθουν το χτύπο που το κύμα φέρνει
Ω θάλασσα, γλυκιά ερωμένη
πώς αγρίεψες, πώς θέριεψες
και πώς τα δέντρα μας
άγρια πια τα κατατρέχεις
Τα σύννεφα που ήταν σιωπηλά
βροντούν και αστράφτουν
Με μένος ποτίζουν τα σπιτικά
Ο φόβος άλογα μας συνεπαίρνει
με μια τριχιά να μας δένει
Ο δείκτης του ρολογιού δεν κτυπά
Στέκει ακίνητος στου χρόνου τη μοναξιά
Μια σταγόνα αναπηδά
και ο άνεμος τα φύλλα προσπερνά
Είχαμε μια ελπίδα κάποτε
που τα όνειρα ζωγράφιζε σαν ήμασταν παιδιά
Γυαλίζει καλά το μέταλλο
που το πλύναμε με τα όνειρα αυτά
Γυαλίζει σαν σφαίρα
έτοιμη να καρφωθεί
στα έρημα, τα ξερά, τα κορμιά

Οι παππούδες μας γνώρισαν
πράσινους ορίζοντες δίχως τέλος
και οι γιαγιάδες μας καρποφόρησαν τη ζωή
Σε κόσμους γεμάτους από άστρα
ήθελα πολύ, λαχταρούσα
να αγκαλιάσω ένα δέντρο
Μα οι πόλεις μας είναι από τσιμέντο
Προτιμάμε το βουητό των δρόμων
από το κελάηδισμα των πουλιών
Μια ανεμώνα κάπου
μου θυμίζει πώς να λέω σε αγαπώ
και το παραθυρόφυλλο γερά το κρατώ
να ακούσω τα σφυρίγματα και τα γέλια
να ακούσω τα παιδιά να φωνάζουν
για την μπάλα μέσα σε μια αλάνα
Δε με τρομάζει τίποτα πιότερο
παρά το μίσος που μπορεί να μπολιάσει
στο χαμόγελο των παιδιών
που παίζουν μπάλα σε εκείνη την αλάνα

Αγαπώ τα τραγούδια
που λένε οι άνθρωποι φωναχτά
σε δρόμους, καλντερίμια και κάμπους
Αγαπώ τη βουκαμβίλια
που χρωματίζει τις αυλές στα νησιά
Όμορφο κύμα
που μοσχοβολάς ιώδιο
Όμορφη θάλασσα
που αντανακλάς τον ουρανό
Αγαπώ τη γυναίκα τη μαυροφορεμένη
που δε λυγάει με το λυγμό της κατάρας
και τα σκληραγωγημένα τα χέρια
που με μόχθο κερδίζουν το ψωμί
Αγαπώ τα τριαντάφυλλα, τα πορφυρά
που τρεμοπαίζουν με τον έρωτα και τα σ’ αγαπώ
Αγαπώ το θρόισμα των φθινοπωρινών φύλλων
που παρασύρονται από δροσερούς ανέμους
και χρώματα στρώνουν στο διάβα τους
Αγαπώ το βυσιννί των καρπών
και το πορτοκαλί του ήλιου
Και αγαπώ τον ιβίσκο και τη μουσμουλιά
δίπλα από τη πέτρα, δίπλα εκεί
από τα όνειρα που κάναμε παιδιά

Τον έρωτα τον έμαθα με μια αγκαλιά
και τον ξέχασα σε ένα φιλί
Τριγυρνάνε τα γλαροπούλια
τα σωθικά της ψυχής μου
και κρώζουν ανηλεώς πως με αγαπά
Και ο νους ομίχλη γυρεύει
να κρύψει των πουλιών τη λαλιά
Ήσουν οπτασία
Ενεμφανίσθης μέσα από τη χλόη
μέσα από καταρράκτες και λειμώνες
και μου ψιθύριζες με στοργή ανείπωτη
λέξεις του έρωτα που δεν είχα ακουστά
Θυμάμαι ακόμα εκείνο το καπέλο
που το είχες φορέσει λίγο στραβά
Θυμάμαι το πρώτο το ραντεβού
ποτισμένο με μια παγωμένη μπύρα
και ένα χαμόγελο να φορά
πιο ελαφρύ και από βαρύ πένθος
Θυμάμαι ένα παιδί να ξεπροβάλλει
αθώα μέσα στο χάος
Και το σπαρακτικό το δάκρυ
που δε με άφησε ποτέ μου
να το γευτώ

Σήμερα ο ήλιος ανατέλλει
[άνω από τα κεραμίδια, πάνω από το απέναντι ακρωτήρι
Έχουν περάσει χρόνια πολλά
μα έχω συνηθίσει τον πόνο να λησμονώ
Πού αρμενίζουν εκείνα τα χελιδόνια
που στα φτερά τους έφεραν την άνοιξη
Πού είναι τα τζιτζίκια του καλοκαιριού
που στο τερέτισμά τους λαλούσαν το όνομά σου
Πού οι ελπίδες μας
που σφράγισαν μια για πάντα τα βλέμματά μας
Η βρεγμένη άμμος καταπίνει τη θάλασσα
και όσα γράψαμε τα σβήνει το άσπρο, το κύμα
Θα σου ψιθυρίσω
όσα λέει ο άνεμος στα πέταλα των λουλουδιών
Ήταν η μοναδική υπόσχεση που γράφτηκε στην ακτή.

Μάνος Τσεμπερλής

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

x

Check Also

«Επαφή» του Μάνου Τσεμπερλή

«Επαφή» του Μάνου Τσεμπερλή

Πάντα πίστευα στην ύπαρξη των εξωγήινων. Κοιτούσα τον απέραντο ουρανό και έλεγα πως κάπου εκεί έξω θα υπάρχει κάποιος πολιτισμός ανώτερος από εμάς. Οι περισσότεροι με τους οποίους μοιραζόμουν τις σκέψεις μου γελούσαν ή με περνούσαν για ηλίθιο.