Home / THINKDROPS / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΑΤΙΘΑΣΕΣ ΛΕΞΕΙΣ / Ατίθασες λέξεις: Αγάπη

Ατίθασες λέξεις: Αγάπη

Ατίθασες λέξεις: Αγάπη

Από πόσα χρώματα άραγε να αποτελείται η αγάπη; Πόσα πρόσωπα χρειάζεται να γνωρίσεις για να την αναγνωρίσεις; Άραγε είναι ένα πλεκτό που φτιάχτηκε από το λεπτό ύφασμα των ανέμων; Νιώθω ώρες ώρες πως στην αγάπη αναγνωρίζω την ευχή των πιο γενναιόδωρων θεών. Επίσης νιώθω πως ολόκληρο το σύμπαν, που συνταράσσεται από ατελείωτες και άγριες μάχες, υποκλίνεται μπροστά της. Το αίμα μας είναι κόκκινο και όταν το αντικρίζουμε τρομάζουμε, μα κόκκινη είναι και η αγάπη, σαν το τριαντάφυλλο που ανθίζει και λαχταρά τις δροσοσταλίδες. Για φαντάσου το ίδιο χρώμα, εκείνο του αίματος, αυτό το φοβερό και τρομερό χρώμα, πώς αλλάζει σαν το ντύσει η αγάπη. Ίσως γεννηθήκαμε γεμάτοι φόβο και μίσος, μα ανθίζουμε κάτω από τη σκέπη της αγάπης. Δεν ξέρω, ίσως είμαι ένας ανόητος ρομαντικός που δεν ξέρει τίποτα από την αληθινή ζωή, μα τόσα χρόνια μετά οσφρίζομαι ακόμα στην καρδιά μου την αγάπη και αυτό με κάνει και ζω αληθινά.

Σου λένε πολλές φορές πως αυτά τα πράγματα δε γίνονται, αλλά εμένα η ζωή μου ξεκίνησε κάπως παράδοξα. Μαύρα σύννεφα είχαν μπολιάσει την καρδιά μου και με έκαναν να τρέμω με κεραυνούς και πλημμύριζαν την ψυχή μου, μέχρι που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Πνιγόμουν και όμως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το σταματήσω. Πώς άραγε ξεριζώνεις αγριεμένα σύννεφα από μέσα σου; Νόμιζα, ηλιθιωδώς, πίστευα ότι θα έβρισκα τον τρόπο να το κάνω μόνος μου. Ότι θα έβαζα το χέρι μου μέσα στην καρδιά μου και θα γράπωνα τα σύννεφα και ο εφιάλτης θα τελείωνε. Όμως, κάθε βήμα μου στη ζωή μου αποδείκνυε ότι ήμουν λάθος. Το χέρι μου δεν έφτανε μέχρι την καρδιά μου. Δεν είναι παράξενο, αλήθεια, ότι μερικές φορές ούτε εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αγγίξουμε την καρδιά μας;

Με τα πολλά, άρχισα να πιστεύω πως δεν υπάρχει σωτηρία για εμένα. Οι βόλτες σε πάρκα γεμάτα χρώματα ήταν μάταιες. Τα σύννεφα είχαν στοιχειώσει την καρδιά μου και όλα φαίνονταν μαύρα. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το πορτοκαλί των φύλλων, ούτε να απολαύσω τις αχτίδες του ήλιου. Απελπιζόμουν και μου ερχόταν να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Αναζητούσα να δω το παιδί που ήμουν στον καθρέφτη ή τουλάχιστον τον εαυτό μου όπως ήταν σήμερα – και το μόνο που αντίκριζα ήταν μια ξέπνοη, γκρίζα σκιά. Λες και ήμουν ο καπνός από ένα τσιγάρο. Λες και το σάπιο μέρος του εαυτού μου είχε κολλήσει στο γυαλισμένο τζάμι του καθρέφτη. Η δε επαφή μου με τους άλλους συνανθρώπους δυσλειτουργική, γεμάτη απογοητεύσεις από τις λέξεις των συζητήσεων που αιωρούνταν και ποτέ δεν έφταναν στην καρδιά μου.

Μια μέρα, και έτοιμος να ξεσπάσω σε φωνές από τον πόνο που μου προκαλούσε αυτή η κατάσταση, κάθισα σε ένα παγκάκι και έκλεισα τα μάτια μου. Τα δάκρυα είχαν συσσωρευτεί στην άκρη τους και τίποτα δε θα τα συγκρατούσε. Και τότε συνέβη. Αισθάνθηκα ένα αεράκι να πλησιάζει και να δροσίζει την καρδιά μου. Άνοιξα τα μάτια μου αφήνοντας μερικά δάκρυα να πέσουν πάνω στα ρούχα μου. Και τότε την είδα. Δεν την είχα ξαναδεί. Έκανε κάτι πολύ παράξενο. Φυσούσε ελαφριά προς την καρδιά μου. Παραξενεύτηκα.

«Τι κάνετε εκεί;» τη ρώτησα.

«Να, νομίζω ότι είδα κάποια μαύρα σύννεφα στην καρδιά σας και προσπαθώ να τα διώξω» μου απάντησε διστακτικά.

«Μπορείτε και τα βλέπετε;»

«Ναι, φυσικά και τα βλέπω»

«Μην προσπαθείτε να με βοηθήσετε. Είναι μάταιος κόπος. Δε φεύγουν»

«Α, μα μην απελπίζεστε. Κοιτάχτε τι θα κάνουμε. Θα έρχεστε κάθε μέρα εδώ την ίδια ώρα. Και εγώ θα φυσάω λιγάκι μέχρι να μη μείνει ίχνος από αυτά τα σύννεφα.»

Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Απλώς έφυγα, προσπαθώντας να σκεφτώ αν έπρεπε να την ακούσω. Σκέφτηκα για λίγο την καρδιά μου και τα μαύρα σύννεφα που τη στοίχειωναν. Ακόμη αισθανόμουν το δροσερό αεράκι από την ανάσα της. Ήταν και το γεγονός που με έπεισε να την ακούσω. Έτσι, κάθε μέρα ήμουν εκεί, στο ίδιο παγκάκι, και εκείνη φυσούσε. Άφηνε τη δροσερή ανάσα της να διαπεράσει την ψυχή μου. Και χωρίς να το καταλάβω, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, οι σγουρές μαύρες τούφες των σύννεφων άρχισαν να υποχωρούν και να υποχωρούν, ώσπου στο τέλος δεν απέμεινε τίποτα. Την κοίταξα στα μάτια και είδα για πρώτη φορά τον εαυτό μου, έτσι όπως πραγματικά ήταν και όχι τη θλιβερή σκιά του.

«Τι μου έκανες;» τη ρώτησα.

«Αυτό που σου έκανα λέγεται αγάπη» μου είπε και από εκείνη την ημέρα άρχισα να ζω.

 

Μάνος Τσεμπερλής

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*